Βασίλης Στεφανάκος: Ο Έλληνας Ντον

vasilis stefanakos o ellhnas nton

Η μυθιστοριματική ζωή του “Ντον” Βασίλη Στεφανάκου

Ο φερόμενος ως αρχηγός της “Greek Mafia”. Με προσωνύμια όπως “Νονός των Νονών”, “Έλληνας Αλ Καπόνε”“Αριστερός Ντον”, “Φιλόσοφος των Φυλακών”. Οι ιστορίες που θα ακούσει κανείς ή θα τύχει να διαβάσει, ξεπερνούν την φαντασία και μπαλαντζάρουν μεταξύ μύθου και πραγματικότητας. Ένας άνθρωπος που μιλούσε και τα “αλωνάτα” και τα “σαλονάτα”. Έζησε μια ζωή που τα είχε όλα στον υπερθετικό βαθμό,  με “βιογραφικό” πλούσιο σε δράσεις, αλλά και πολλές αντιφάσεις.

Ο Βασίλης Στεφανάκος γεννήθηκε στις 2 Ιουνίου του 1961 στο Χαϊδάρι, από γονείς
αριστερούς με καταβολές από την Αρεόπολη της Μάνης.

Όλοι οι άνδρες της οικογένειάς του είχαν περάσει επί Χούντας από τη Μακρόνησο και ιδίως ο πατέρας του, που ξόδεψε όλη του τη ζωή διαβάζοντας, συνήθεια που πήρε και κείνος, ιδίως στα χρόνια της φυλάκισής του. Στα σχολικά του χρόνια ο Στεφανάκος ήταν μέλος της ΜΟΔΝΕ, της μαθητικής δηλαδή νεολαίας της ΚΝΕ, μοίραζε την κομμουνιστική εφημερίδα «Οδηγητής» και συμμετείχε στις συγκρούσεις στα Χαυτία στο πλευρό των εργατών.

Αργότερα ωστόσο, ενοχλημένος από τα κονκλάβια και την έλλειψη αυτοκριτικής του σχήματος, μετακινήθηκε στο ΚΚΕ Εσωτερικού, υπό την επιρροή κάποιων ηλικιωμένων θαυμαστών του Μάο που γνώρισε στον πολιτιστικό σύλλογο της Στοκχόλμης μέσω του θείου του. Παρέμεινε αριστερός και άσπονδος αντίπαλος του κεφαλαίου μέχρι το τέλος. Και, φυσικά, ποτέ δεν τα πήγε καλά με την Ασφάλεια και την Αστυνομία.

Όπως είχε δηλώσει ο ίδιος: «Ναρκωτικά, τζόγος, πορνεία, εκβιασμός, ακόμη και
οι τσαντάκηδες δουλεύουν μόνο με την Ασφάλεια. Οι ασφαλίτες προστατεύουν νομίμως ή
παρανόμως όλους τους πάμπλουτους».

Από το 2008 και μέχρι το 2016 πέρασε διαδοχικά από τις φυλακές του Μαλανδρίνου, της
Λάρισας, του Δομοκού, των Τρικάλων και τέλος του Κορυδαλλού.

Κατά τη διάρκεια της πολύχρονης κράτησής του απέκτησε το παρανόμι «Ο φιλόσοφος των φυλακών». Συχνά εκμεταλλευόταν τη φήμη του για να καταγγείλει τους βασανισμούς των κρατουμένων, τις
άθλιες συνθήκες διαβίωσης στις φυλακές και τη διαπλοκή του σωφρονιστικού 
συστήματος. Παράλληλα, ξόδευε τον περισσότερο χρόνο του στο διάβασμα και την βαθειά
ενδοσκόπηση.

«Στη φυλακή έχω πάρα πολύ χρόνο κι αφού κρίνω και βρίζω όλους τους
άλλους, προσπαθώ κιόλας να ενδοσκοπώ. Ανακάλυψα λοιπόν ότι στα εγγενή
χαρακτηριστικά μου είναι κυρίαρχος ο αυταρχισμός και η βία, δηλαδή έχω ένα
φασιστάκι μέσα μου. Ευτυχώς όμως, τα επίκτητα χαρακτηριστικά μου τα οποία
απέκτησα από τους γονιούς μου, είναι ισχυρότερα και αυτοελέγχομαι και τιθασεύω το
φασιστάκι μέσα μου. Αλλά χρειάζεται πάντα να προσέχω».

Παράλληλα, όπως είχε δηλώσει ο ίδιος, απολάμβανε την παρέα με τα μέλη των «Πυρήνων της Φωτιάς», τα οποία αποκαλούσε «Αετόπουλα», κατ’ αντιστοιχία με το νεανικό τμήμα του ΕΑΜ- ΕΛΑΣ την περίοδο της Κατοχής και του Εμφυλίου. Ήταν επίσης στενός φίλος από παλιά με τους Παναγιώτη Βλαστό, Χριστόδουλο Ξηρό, Βασίλη Παλαιοκώστα και Αλκέτ Ριζάι.

Εκείνος φέρεται μάλιστα σχεδίασε τις κινηματογραφικές αποδράσεις των δύο τελευταίων το 2006 και το 2009, οι οποίες έγιναν με ελικόπτερο μέσα από το προαύλιο των φυλακών Κορυδαλλού, ενώ συνδέθηκε και με την επιχείρηση «Γοργοπόταμος», που περιλάμβανε την ανατίναξη της περίφραξης των φυλακών με αυτοσχέδιο κανόνι.

Για τον Χ. Ξηρό είχε δηλώσει: “Ο Χριστόδουλος είναι φίλος μου και εύχομαι να είναι γερός και να ζήσει πολλά χρόνια. Και επειδή είναι μακρόβιοι αυτοί οι Ικαριώτες, πιστεύω ότι θα μας θάψει όλους!”

Όπως δήλωνε, εκτός από τα σχέδια απόδρασης που έδινε στους φίλους του, πάντα κρατούσε δύο για τον εαυτό του. Τον καιρό που ήταν ελεύθερος του άρεσε να διαβάζει Κώστα Βάρναλη, να ασχολείται με την οικογένειά του και με τα κατοικίδια ζώα του.

Όσοι τον γνώριζαν έλεγαν πως μπορούσε να σου αναλύσει τη Λαϊκή Δικαιοσύνη του Φουκώ και τα έργα του Κροπότκιν καλύτερα κι από καθηγητή πανεπιστημίου.

Συχνά είχε βοηθήσει νέους να απεξαρτηθούν από τα ναρκωτικά, είχε ενισχύσει οικονομικά άστεγους και απόρους και είχε βοηθήσει αδύναμους να αισθανθούν ασφαλείς. Όταν κατέβαινε στη Μάνη ένιωθε άλλος άνθρωπος. Χαιρόταν τον ήλιο και τις ομορφιές του τόπου κι έπινε τσίπουρα με την παρέα του. Μια μέρα, ενώ βρισκόταν σε κάποια ταβέρνα της Αρεόπολης, ένας από τους πελάτες παραπονέθηκε στον ιδιοκτήτη του μαγαζιού για τη μουσική. «Καλά ποιος θέλει να ακούμε συνέχεια αυτόν τον Μελά;» ρώτησε, μα όταν του έδειξαν το Στεφανάκο, πλήρωσε τον λογαριασμό βιαστικά κι έφυγε μέσα σε πέντε λεπτά.

«Τον λύκο μέσα μου δεν θα τον κάνω λυκόσκυλο»

Για εκείνους που τον ήξεραν ήταν ένας άνθρωπος ντόμπρος, που δεν έπαιρνε το λόγο του πίσω ποτέ κι έκανε τα πάντα για να βοηθήσει τους φίλους του όταν του ζητούσαν βοήθεια. Για την αστυνομία βέβαια ήταν «ο νονός των νονών», ένας άντρας εκδικητικός και αρχηγός της μεγαλύτερης εγκληματικής οργάνωσης που έδρασε στη χώρα. 

Στα νεότερα χρόνια του, όπως είχε παραδεχτεί σε μια ανεπίσημη συνέντευξή του σε δημοσιογράφο, έχανε πολύ εύκολα την ψυχραιμία του. Μια φορά, κατά τη διάρκεια ενός συνηθισμένου τσακωμού σε φανάρι, ο οδηγός που ήταν σταματημένος πίσω του –αγνοώντας φυσικά με ποιον πήγαινε να τα βάλει- έκανε το λάθος να τον αποκαλέσει με την πιο γνωστή ελληνική βρισιά.

Παραδόξως, ο Στεφανάκος δεν οπλοφορούσε εκείνη τη μέρα οπότε πήρε για όπλο μια πένα που είχε στο αμάξι. Με αυτήν τραυμάτισε τον άτυχο οδηγό και κατόπιν έφυγε σαν να μη συνέβαινε τίποτα, ωστόσο μετά από κάποια ώρα μετάνιωσε για την πράξη του και αποφάσισε να συγκρατεί περισσότερο τα νεύρα του από τότε και στο εξής.

«Έβαλα την πένα, ματωμένη όπως ήταν σε μια πλαστική σακούλα και από τότε την έχω πάντα μαζί μου για να μου υπενθυμίζει ότι πρέπει να συγκρατώ τα νεύρα μου».

Μισούσε κάθε είδους φασιστικό μόρφωμα και ιδίως εκείνο της Χρυσής Αυγής. Θεωρούσε τους εθνικιστές ανέκαθεν εχθρούς του και συχνά πυκνά τοποθετούταν εναντίον τους:

«Πιστεύω ότι τα φασιστικά χαρακτηριστικά πηγάζουν από αντιλήψεις και ελαττώματα, περισσότερο επίκτητα και λιγότερο εγγενή. Ο φασισμός είναι ένα φαινόμενο που θα έπρεπε να αντιμετωπίζεται από την επιστήμη της εγκληματολογίας ή της ψυχιατρικής. Δεν είναι δυνατό να έχει πολιτική αντιμετώπιση, παρά μόνον κατά το σκέλος τού ποιος το χρησιμοποιεί και με ποιον τρόπο.

Δεν είναι δυνατό να κουβεντιάζουμε για ξανθούς με ιδιαίτερες μύτες που ξεροψήνουν παιδάκια σκουρόχρωμα με γαμψές μύτες. Αρκετοί έχουμε κάποια χαρακτηριστικά αυταρχισμού μέσα μας, αξία όμως έχει το πώς και πόσο τα τιθασεύουμε. Οταν, όμως, κάποιος δηλώνει φασίστας, είναι άρρωστος και βλάκας, και φυσικά συγκοινωνούν τα μονοπάτια τους με κάποιους από αυτούς που φουσκώνουν τα χέρια τους και τους γλουτούς τους στα γυμναστήρια ή έχουν κάνει λάβαρο της ζωής τους τα οικονομικά συμφέροντα που κρύβονται πίσω από τις σημαίες των ΠΑΕ, αλλά και με τους μπράβους έχουν κοινά αντιληψιακά στοιχεία και πολλές φορές ταιριάζει να συμβαδίζουν.

Μέσα στις φυλακές δεν υπάρχουν χρυσαυγίτες, αλλά κι αν υπάρχουν, το κρύβουν. Βλέπεις η παλικαριά τους είναι a la carte. Άλλωστε, η Χρυσή Αυγή δεν πάει φυλακή, μόλις βγάζει το μαύρο t-shirt, φοράει τη στολή και πάει στην υπηρεσία».

Όταν τον ρωτούσαν για το επάγγελμά του, πάντοτε δήλωνε επιχειρηματίας.

Υπήρξε ενοικιαστής των νυχτερινών κέντρων Νέα Δειλινά (μέχρι το 2004), Πλατό, Έρως, Νεράιδα και Prime (ένα χειμερινό στη Βουλιαγμένης κι ένα καλοκαιρινό) στην Αθήνα, καθώς και δύο ακόμα μαγαζιών στη Θεσσαλονίκη. Όπως δήλωνε ο ίδιος όμως, η δουλειά του ήταν κυρίως οι εισαγωγές αυτοκινήτων, οι γερανοί και οι νταλίκες, ενώ είχε οργανώσει και πολλές εκθέσεις αμαξιών.

Υπόθεση λαθρεμπορίου

Παράλληλα, σύμφωνα με τα στοιχεία της Ε.Λ.Α.Σ., ο Στεφανάκος είχε εμπλοκή και στη διακίνηση λαθραίων τσιγάρων. Πλοίο από την Κύπρο έριχνε άγκυρα στα ανοιχτά και το εμπόρευμα φορτωνόταν σε φουσκωτές λάντζες (λέμβους) της ιδιοκτησίας του. Από εκεί, με τη συνοδεία σκαφών που ήταν επανδρωμένα από εξαγορασμένους λιμενικούς, το φορτίο πήγαινε σε συγκεκριμένα σημεία, όπως στις παραλίες της Αθήνας.

Ο Στεφανάκος είχε κάνει δώρο σε έναν λιμενικό ένα πολυτελές κάμπριο αυτοκίνητο, το οποίο αργότερα αντάλλαξε με τζιπ της ίδιας μάρκας. Τα κέρδη από κάθε φορτίο λαθραίων τσιγάρων ξεπερνούσαν τις 30 εκατομμύρια δραχμές. Η δικογραφία που σχηματίστηκε σε βάρος του το 2002, περιλάμβανε συνολικά 44 εντάλματα σύλληψης σε βάρος του για εκβιασμούς και άλλα αδικήματα.

Ο κόσμος της νύχτας

Σύμφωνα με τα πορίσματά της ο Στεφανάκος είχε κληρονομήσει την αρχηγεία της ελληνικής μαφίας στις αρχές του 2000, μετά τη δολοφονία του στενού του φίλου Θ.Π. Υπαρχηγοί του ήταν οι Γ. Σ. και Α. Λ. Στην δικογραφία γίνεται επίσης εκτενής μνεία στην υπόθεση δολοφονίας του Θ. Κ., τον οποίο φαίνεται ότι εκτέλεσε η ομάδα Στεφανάκου στις 25 Ιουλίου του 2000 στον Μαραθώνα για λόγους αντεκδίκησης μετά τον θάνατο του Π.

Πιο συγκεκριμένα, γίνεται αναφορά σε μια συνομιλία μεταξύ του Στεφανάκου και του Λ. λίγο καιρό νωρίτερα, όπου φέρονται να λένε κατά λέξη: «Τώρα να δεις σε ένα μήνα που θα πάει ο Κ….». Ανήμερα της δολοφονίας του Κ., ο Στεφανάκος με τα ηγετικά στελέχη της ομάδας του ήταν στο Γαλαξίδι. Υπάρχουν μαρτυρίες για συχνές τηλεφωνικές επικοινωνίες εκείνη τη μέρα, ενώ καταγράφεται η φράση: «Ευτυχώς που το σκεφτήκαμε και είμαστε μακριά, πήραμε πίσω το αίμα του φίλου μας. Καλά το κάναμε».

Ο Λ., δολοφονήθηκε τον Νοέμβρη του 2005 και στα πλαίσια των αντεκδικήσεων που θα ακολουθήσουν, δολοφονείται ο Σ., τον Μάρτιο του 2006, οι Κ. Κ.. Γ. Κ. και ο Γ. στο Μοσχάτο.

Πέραν των παραπάνω, οι άνθρωποι της αστυνομίας απέδιδαν στον Βασίλη Στεφανάκο βοήθεια στη διπλή δολοφονία του Γιώργου Φουντούλη και του Μανώλη Καπελώνη έξω από τα γραφεία της Χρυσής Αυγής στο Ν. Ηράκλειο την 1η Νοεμβρίου 2013 από τις «Μαχόμενες Επαναστατικές Λαϊκές Δυνάμεις», καθώς και του 47χρονου αρχιφύλακα των φυλακών Δομοκού Σ. Γ. στις 21 Φεβρουαρίου 2015 στην Κουβέλα Στυλίδας, την οποία ανέλαβε η «Οργάνωση Πολιτοφυλακής Λαϊκή Δικαιοσύνη», αν και δεν υπήρχαν στοιχεία που να επιβεβαιώνουν τις εκτιμήσεις τους.

Θεωρήθηκε επίσης ηθικός αυτουργός σε δολοφονία που διέπραξε ο Αλκέτ Ριζάι σε καφενείο στο Περιστέρι κατά την 26 η Αυγούστου του 2006, αλλά και ότι εμπλεκόταν στην υπόθεση απαγωγής του εφοπλιστή Βασίλη Παναγόπουλου στις 12 Ιανουαρίου 2009, ο οποίος απελευθερώθηκε οκτώ μέρες αργότερα αφού πρώτα η οικογένειά του υποχρεώθηκε να καταβάλει 30 εκατομμύρια ευρώ ως λίτρα.

Από τους 18 κατηγορούμενους σχετικά με την τελευταία υπόθεση, το Πεντεμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών (27 Σεπτεμβρίου 2017) έκρινε τους 14 ένοχους, ανάμεσά τους και τον Στεφανάκο.

Παράλληλα, το όνομά του εμπλέχτηκε και στην υπόθεση δολοφονίας του επιχειρηματία Γιώργου Γούσιου το 2008, όπου κύριος ηθικός αυτουργός κρίθηκε ο Παναγιώτης Βλαστός. Συνελήφθη τον Ιανουάριο του 2008 κοντά στο σπίτι του στο Χαϊδάρι, περίπου στο ίδιο σημείο που δέκα χρόνια αργότερα θα γραφόταν ο τραγικός επίλογος της πολυτάραχης ζωής του.

Ήδη από τον Δεκέμβριο του 2006 είχε καταδικαστεί ερήμην σε 14,5 χρόνια κάθειρξης για προστασία και λαθρεμπόριο. Τελικά όμως κατέληξε να εκτίει ποινή φυλάκισης 21 ετών ως ηγετικό μέλος της ελληνικής μαφίας.

 «Η ταύτισή μου με το οργανωμένο έγκλημα είναι η πλέον υποτιμητική ετικέτα, που δεν θα ήθελα. Το έγκλημα οργανώνεται για να εξασφαλίσει βασικά την ατιμωρησία του, άρα οργανωμένο έγκλημα σημαίνει παράνομες συναλλαγές και συνεργασία με τις Αρχές με ανεπίσημες αλληλοεξυπηρετήσεις.

Δηλαδή παρακράτος. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ρομαντισμού πλέον στο οργανωμένο έγκλημα. Πρόκειται περί ατόμων χωρίς ηθικούς φραγμούς, συνεργάτες της Αστυνομίας που εκμεταλλεύονται αδύναμους ανθρώπους βασιζόμενοι στα πάθη και τις αδυναμίες τους. Κατατάσσω το οργανωμένο έγκλημα σαν το Νο.2 κοινωνικά άδικο σύστημα μετά την πολιτική εξουσία».

Όταν τον ρωτούσαν για ποιον λόγο είχε καταδικαστεί, απαντούσε για εγκληματική οργάνωση και απόπειρα ανθρωποκτονίας, κατηγορίες για τις οποίες δήλωνε αθώος. Ποτέ ωστόσο δεν αρνήθηκε την εμπλοκή του με την παρανομία. Ουσιαστικά δεν παραπονιόταν που καταδικάστηκε, αλλά που καταδικάστηκε για λάθος λόγους και η ποινή ήταν δυσανάλογα μεγάλη για την βαρύτητα των πράξεών
του.

Αποφυλακίστηκε τον Αύγουστο του 2016, ύστερα από εννιά χρόνια στη φυλακή.

Σύμφωνα με δημοσιεύματα, λίγο καιρό πριν την αποφυλάκισή του ο Στεφανάκος φέρεται να ξυλοκόπησε τον συγκρατούμενό του στον Κορυδαλλό, Άκη Τσοχατζόπουλο, επειδή ο τελευταίος φώναζε έντονα στους υπαλλήλους να κλείσουν τα φώτα που τον ενοχλούσαν. Σύμφωνα με αυτόπτες μάρτυρες, ο Στεφανάκος έχασε την ψυχραιμία του:

«Τι φωνάζεις μωρή πατσαβούρα;» φώναξε, κι έπειτα κινήθηκε προς το μέρος του κι άρχισε να τον χτυπάει βίαια.

Παρ’ όλα αυτά, οι συνήγοροι τόσο του Στεφανάκου όσο και του Τσοχατζόπουλου έκαναν λόγο μόνο για μια λεκτική αντιπαράθεση, της οποίας η γενίκευση αποτράπηκε με την παρέμβαση άλλων καθώς και για«μεθοδευμένα, κακόβουλα και ψευδέστατα» δημοσιεύματα.

Επιστροφή στη καθημερινότητα

Μετά την αποφυλάκισή του επέστρεψε στο Χαϊδάρι, στις δουλειές του και σε μια ζωή διαφορετική από εκείνη που είχε συνηθίσει, περνώντας όμορφες στιγμές με τα παιδιά του, τα οποία υπεραγαπούσε. Φαινόταν ότι πλέον είχε αλλάξει και πως ήθελε να ξεκόψει μια για πάντα από το παρελθόν του. Γνώριζε όμως ότι δεν ήταν καθόλου εύκολο. Αυτό δήλωνε η φράση του Φρίντριχ Νίτσε, που είχε καρφιτσωμένη μόνιμα στο προφίλ του στο Facebook:

«Οι συνέπειες των πράξεών μας μάς αρπάζουν από τον λαιμό. Τους είναι αδιάφορο αν στο μεταξύ έχουμε γίνει καλύτεροι».

Διαχειριζόταν επίσης το διαδικτυακό blog «Οι… Αόρατοι», στο οποίο αναρτούσε συχνά διάφορες κοινωνικές και πολιτικές του απόψεις, καθώς και λογοτεχνικά αποσπάσματα από τον Ράντγιαρντ, τον Βάρναλη και τον Καζαντζάκη. Όπως αποκάλυψε στενός φίλος του, με τον καιρό ο Στεφανάκος είχε γίνει εξαιρετικά απρόσεκτος:

«Πήγαινε χωρίς κανέναν συνοδό από σχολικές γιορτές μέχρι σε νυχτερινά κέντρα με λαϊκή μουσική, προσπαθώντας να ξεχάσει ό,τι είχε σχέση με τις ποινικές εμπλοκές του. Το μόνο που τον ένοιαζε ήταν οι δουλειές με τα βυτιοφόρα, ενώ ήταν σε διαρκείς προστριβές με μια υπάλληλο εταιρείας πετρελαιοειδών για θέματα συναλλαγών […]Με το ζόρι είχε αγοράσει, μετά από συμβουλές μας, ένα αυτοκίνητο με θωράκιση στο σασί αλλά και στα τζάμια, το οποίο όμως το είχε αφήσει το τελευταίο διάστημα με πρόβλημα στο εσωτερικό κλείδωμα. Κάτι που ίσως γνώριζαν και εκμεταλλεύτηκαν οι δολοφόνοι του. Ακόμη αρνούνταν να φορέσει αλεξίσφαιρο γιλέκο, όπως του είχαμε ζητήσει. Μας έλεγε διαρκώς ότι ήθελε να νιώθει ελεύθερος.»

Παρά την φαινομενική του χαλαρότητα ωστόσο, μέρα με τη μέρα έδειχνε όλο και πιο ανήσυχος. «Ο Βασίλης Στεφανάκος ήξερε ότι αργά ή γρήγορα θα γινόταν δολοφονική επίθεση εναντίον του. Ήξερε ότι ένας 45χρονος ποινικός, που ίσως ήταν κι αυτός που οργάνωσε τη δολοφονία του, τον είχε στοχεύσει από τις αρχές του 2017.

Στον ίδιο ο Βασίλης Στεφανάκος είχε αποδώσει και τρεις-τέσσερις δολοφονίες φίλων του. Μερικές φορές σε μια κρίση απαισιοδοξίας έλεγε ότι “δεν θα ζήσω για πολύ”. Όμως κάποιες άλλες δήλωνε ότι δεν θα τολμούσαν λόγω του αντικρίσματός του στον κόσμο της νύχτας, να επιχειρήσουν να τον σκοτώσουν». Συνεργάτιδα του υποστήριξε ότι τις τρεις τελευταίες νύχτες πριν την δολοφονία του δεν τον έπιανε ύπνος:

«Φοβόταν προφανώς αλλά ποτέ δεν ήθελε να το δείξει. Δεν είχε ασφάλεια ποτέ. Ήταν τελείως μόνος του, πολλές έπαιρνε το μηχανάκι του κι έκανε βόλτες». «Το μοιραίο βράδυ» συμπληρώνει ο φίλος του «είχε πει στο φρουρό του να φύγει με ένα άλλο αυτοκίνητο από την μάντρα αυτοκινήτων και να πάει στο σπίτι του στο Χαϊδάρι και να φέρει μια μοτοσυκλέτα. Μπήκε ξαφνικά μόνος στο αυτοκίνητο να φύγει και εκείνη τη ώρα υπήρξε η επίθεση εναντίον του».

Περίπου στις 6 το απόγευμα της 16 ης Ιανουαρίου 2018, ο Βασίλης Στεφανάκος γαζώθηκε από 26 σφαίρες καλάσνικοφ μέσα στη θωρακισμένη BMW του, κοντά στη μάντρα αυτοκινήτων που διατηρούσε (Λεωφόρος Αθηνών 302). Μετά τη δολοφονία, οι δράστες εξαφανίστηκαν ταχύτατα πάνω στη λευκή Triumph που χρησιμοποιούσαν. Το 38άρι πιστόλι του βρέθηκε ακριβώς δίπλα του. Όπως φαίνεται δεν πρόλαβε να το χρησιμοποιήσει.

Αυτή λοιπόν υπήρξε η ζωή και το τέλος ενός αμφιλεγόμενου ανθρώπου, που για κάποιους ήταν ένας από τους ισχυρότερους βαρόνους της νύχτας ενώ για άλλους ο ορισμός της ανδροπρέπειας και της μπέσας. Ποιος άλλωστε είπε ότι αυτά τα δύο δεν μπορούν να συνδυαστούν;

Μετά τη γνωστοποίηση του θανάτου του, η σελίδα του στο facebook κατακλύστηκε από αναρτήσεις φίλων και γνωστών του:

«Ορφάνεψαν τα παντελόνια απόψε…» έγραψε κάποιος. Παραθέτουμε μερικά ακόμα σχόλια: «ΚΥΡΙΕ Βασίλη μου..τα ζουμιά τα απεχθανώσουν..τι να κάνω;;;Δεν το ελέγχω…μόνο πισώπλατα μπορούσαν να σε φάνε Boss…ώρα σου καλή κ εις το επανιδείν!!!» «Καλό παραδεισο Μπίλ…Δεν ξέρω και δεν μ ενδιαφέρει τι λενε τα κανάλια…Το μονο που ξερω ειναι οτι το Δασος σήμερα πενθεί..» «Η νύχτα είναι βαριά ασήκωτη..Βασίλη για όσους σε ξέρουν και σε αγαπουν…Καλό ταξίδι μιας και τα μακρινά ταξίδια ονειρευοσουν κάθε φορά που την ουσία έψαχνες..μέσα από αυτά τα ταξίδια της ζωής.»

«Κρίμα. Ο θεός να αναπαυση την καλή ψυχή του. Γιατί είχε καλή και μεγάλη ψυχή.» «Πενθεί η Μάνη απόψε, πενθεί το Χαϊδάρι, πενθεί η φτωχολογιά, πενθούν οι φυλακές, οι φίλοι σου, η οικογένειά σου. Πόσο κόσμο είχες βοηθήσει χωρίς δημοσιότητα; Επειδή το ήθελες και όχι για τα μάτια του κόσμου. Καλό παράδεισο άρχοντα μου, ο Βασιλάκης σου.»
«Εγώ τη νύχτα μόνο ζω, μαζί μαζί με κείνους π’ αγαπώ. Με τους παράνομους και τους αδικημένους. Καλό ταξίδι.»
«Καλό παράδεισο.. Αρσενικός, γνήσιος, μάγκας!»

Η τελευταία πράξη γράφτηκε το Σάββατο 20 Ιανουαρίου, στην ιδιαίτερη πατρίδα του τη Μάνη, εκεί όπου είχε θαφτεί και ο πατέρας του.

Μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας και τις κάμερες που ανέκαθεν απεχθανόταν. «Μάνη, λατρεμένος τόπος. Η τελευταία πράξη. Ο αποχαιρετισμός. Πάει μόνος του μπροστά, τεράστιος και αγέρωχος. Ακολουθούμε όλοι από πίσω στη σειρά, φορτωμένοι αγάπη.» έγραψε ο γιος του στη σελίδα του στο Facebook. Την ίδια μέρα, τα μέλη της Συνομωσίας των Πυρήνων της Φωτιάς έβγαλαν αποχαιρετιστήριο λόγο προς τιμήν του στο κεντρικό προαύλιο των φυλακών Κορυδαλλού.

Έτσι έκλεισε ο Βίος και η Πολιτεία του Βασίλη Στεφανάκου, ενός Νονού από τη Μάνη, που όπως τόσοι και τόσοι άλλοι όμοιοί του δεν πρόλαβε να γεράσει. Προφανώς και δεν υποστηρίζουμε ότι υπήρξε άγιος.

Ήταν όμως, πράγματι, εκείνο το τέρας που τον παρουσίαζαν τα κανάλια; Ή απλώς αυτό «βόλευε» να ήταν: «Συνηθίζει η ανθρωπότητα μωρέ. Συνηθίζει τα πνιγμένα παιδάκια, τους ξεριζωμένους, τους βασανισμένους. Ψοφάμε για εύκολες λύσεις.» είχε δηλώσει κάποτε.