Τροχαίο στη Γλυφάδα: Ο ΚΟΚ αντί να αποτρέπει την εγκατάλειψη θυμάτων, ουσιαστικά την προτρέπει

Δεν έχουν περάσει πολλά εικοσιτετράωρα, από τη στιγμή που η είδηση του τροχαίου ατυχήματος που οδήγησε στον θάνατο τον άτυχο νεαρό μοτοσικλετιστή, συγκλόνισε την κοινωνία. Ένας θάνατος που δεν προήλθε μόνο από το χτύπημα, αλλά και από την εγκατάλειψη του στην άσφαλτο από τον οδηγό – θύτη της περιβόητης μαύρης Κορβέτ. Τι προβλέπει η ελληνική νομοθεσία σε αυτή την περίπτωση; Τι τιμωρία θα πρέπει να αντιμετωπίσει ένας δολοφόνος της ασφάλτου και γιατί τελικά θα την κάνει “πισωγυριστή”, μιας και το άρθρο 43 του ΚΟΚ ευνοεί και παρέχει ιδιαίτερη μεταχείρηση σε όποιον εγκαταλείψει το θύμα του;

Τα περιστατικά εγκατάλειψης του θύματος τροχαίου αποτελούν μεμονωμένες περιπτώσεις μίας πολύ αρνητικής μεγάλης εικόνας που ισχύει στην Ελλάδα σχετικά με τα τροχαία ατυχήματα και δυστυχήματα. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, μέσα στο 2018 σημειώθηκαν 11.318 σοβαρά τροχαία που προκάλεσαν τον θάνατο ή τον τραυματισμό κάποιου ανθρώπου – κατά μέσο όρο 31 την ημέρα.
Στο παρακάτω σημείο θα εξετάσουμε το Άρθρο 43 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας που αφορά την Συμπεριφορά σε περίπτωση ατυχήματος:

(Νόμος Ν.2696/23.03.1999 ΦΕΚ.57α και αναπροσαρμογή Νόμων Ν.3542/02.03.2007/ΦΕΚ.50Α’ & Ν.4530/30.03.2018/ΦΕΚ.59Α’)

ΑΡΘΡΟ 43 : Συμπεριφορά σε περίπτωση ατυχήματος

1. Αν συμβεί οδικό τροχαίο ατύχημα, από το οποίο επήλθε βλάβη σε πρόσωπα ή πράγματα, κάθε οδηγός ή άλλος που χρησιμοποιεί την οδό, ο οποίος ενεπλάκη με οποιονδήποτε τρόπο στο ατύχημα υποχρεούται:

α) Να σταθμεύσει αμέσως στον τόπο του ατυχήματος χωρίς να δημιουργήσει πρόσθετους κινδύνους στην κυκλοφορία.

β) Να λάβει μέτρα κυκλοφορωκής ασφάλειας οτον τόπο του ατυχήματος και, αν δεν μπορεί, να ειδοποιήσει για το ατύχημα την πλησιέστερη Αστυνομική Αρχή.

γ) Να δώσει τα στοιχείο της ταυτότητός του ως και κάθε χρήσιμη σχετική με το όχημά του πληροφορία, αν οι εμπλακέντες στο ατύχημα ζητήσουν αυτά.

Σε περίπτωση υλικών ζημιών, αν ο ζημιωθείς δεν είναι παρών τα εμπλακέντα στο ατύχημα πρόσωπα υποχρεούνται, μέσα σε είκοσι τέσσερις (24) ώρες, να του δώσουν τις πιο πάνω πληροφορίες κατά τον καταλληλότερο τρόπο ή δια του πλησιέστερου Αστυνομικού Τμήματος, το οποίο φροντίζει για την ενημέρωση του ζημιωθέντα.

2. Αν από το οδικό τροχαίο επήλθε θάνατος ή σωματική βλάβη, κάθε οδηγός ή άλλος που χρησιμοποιεί την οδό, ο οποίος ενεπλάση με οποιονδήποτε τρόπο στο ατύχημα, υποχρεούται επιπλέον:

α) Να δώσει την αναγκαία βοή8εια και συμπαράσταση στους παθόντες.

β) Να ειδοποιήσει την πλησιέστερη Αστυνομική Αρχή και να παραμείνει στον τόπο του ατυχήματος μέχρι την άφιξή της, εκτός αν είναι αναγκαία η απομάκρυνσή του για την ειδοποίηση της Αστυνομίας ή για την περίθαλψή των τραυματιών ή του ίδιου. Και στην περίπτωση αυτήν ο οδηγός υποχρεούται να αναγγείλει το ατύχημα στην Αστυνομική Αρχή το ταχύτερο δυνατόν.

γ) Να αποτρέψει οποιαδήποτε μεταβολή στον τόπο του ατυχήματος η οποία θα μπορούσε να δυσκολέψει το έργο της Αστυνομίας με εξαίρεση τις ενέργειές του εκείνες οι οποίες αποβλέπουν στην αποκατάσταση της τυχόν διακοπείσας κυκλοφορίας.

3. Αυτός, που παραβαίνει τις διατάξεις της παρ. 1 και παρ. 2 περίπτωση γ’ του άρθρου αυτού, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός (1) μήνα, αν δε πρόκειται για οδηγό μηχανοκίνητου οχήματος ή μοτοποδήλατου και με αφαίρεση της άδειας ικανότητας οδηγού για χρονικό διάστημα ενός (1) έως τριών (3) μηνών, η οποία επιβάλλεται υποχρεωτικά από το δικαστήριο.

4. Αυτός, που παραβαίνει τις διατάξεις της παραγράφου 2 περίπτωση α’ και β’ του άρθρου αυτού, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών. Αν από τη συμπεριφορά του ο παθών περιήλθε σε κίνδυνο ζωής ή επήλθε θάνατος ή βαριά σωματική βλάβη αυτού, ο υπαίτιος τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών εφόσον η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη διάταξη στις δύο πιο πάνω περιπτώσεις και με αφαίρεση της άδείας ικανότητας οδηγού για χρονικό διάστημα τριών (3) έως έξι (6) μηνών, η οποία επιβάλλεται υποχρεωτικά από το δικαστήριο.

5. Σε περίπτωση σωματικής βλάβης, η οποία προκαλείται από όχημα, αν ο οδηγός αυτού συμμορφώθηκε με τις υποχρεώσεις της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού, δεν εφαρμόζοντοι οι διατάξεις για κράτηση του άρθρου 419 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Στην περίπτωση αυτήν οι αστυνομικοί που επιλαμβάνονται ως προανακριτικοί υπάλληλοι, μετά τη συλλογή των απαραίτητων στοιχείων και την ενέργεια των σχετικών προανακριτικών πράξεων, παύουν την προσωρινή κράτηση του οδηγού. Αν πρόκειται για οδηγούς οι οποίοι είναι ύποπτοι φυγής ή ιδιαίτερα επικίνδυνοι, προκύπτουν δε σε βάρος τους στοιχεία ενοχής, οι πιο πάνω υπάλληλοι, προσάγουν αυτούς στην αρμόδια εισαγγελέα, ο οποίος μπορεί να εφαρμόσει τις διατάξεις του άρθρου 419 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.

6. Δεν έχουν επίσης εφαρμογή στα αυτοκίνητα οχήματα, στα τρίτροχα οχήματα και τις μοτοσικλέτες, κατά την έννοια του παρόντος Κώδικα, οι για την κράτηση από την Αστυνομική Αρχή διατάξεις του άρθρου 11 του ν. ΓΠΝ/1911, αν ο οδηγός συμμορφώθηκε με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου αυτού και κατέθεσε αποδεικτικό ασφάλισης (βεβαίωση αναγνωρισμένης στην Ελλάδα ασφαλιστικής εταιρείας) του οχήματος ή αποδείξει ότι είναι κάτοχος δελτίου διεθνούς ασφάλισης, τα οποία αποτελούν δήλωση αναδοχής χρέους για τα ισχύοντα στην Ελλάδα ελάχιστα ποσό ασφαλιστικής κάλυψης, τα οποία προβλέπονται από τα νομίμως εγκεκριμένα τιμολόγια ασφαλίστρων ή προκειμένου για αυτοκίνητα και τρίτροχα οχήματα δημόσιας χρήσης, καταθέσει δήλωση αναδοχής χρέους αλληλοασφαλιστικού συνεταιρισμού ή αλληλοασφαλιστικού ταμείου συνεταιρισμού, που λειτουργεί νόμιμα, σταν οποίο το όχημα είναι ασφαλισμένο.

7. Τα οχήματα που εγκαταλείπονται για οποιονδήποτε λόγο στον τόπο του ατυχήματος, καθώς και τα απομακρυνθέντα και μη παραληφθέντα οχήματα λόγω παρόνομης στάθμευσης, σύμφωνα με την παρ. 8 του άρθρου 34 του παρόντος Κώδικα, εφόσον εμποδίζουν την οδική κυκλοφορία, απομακρύνονται με μέριμνα των ιδιοκτητών ή κατόχων τους και σε περίπτωση αδυναμίας ή αδιαφορίας αυτών, απομακρύνονται από την αρμόδια Αστυνομική Αρχή, η οποία, μετά παρέλευση διμήνου, τα παραδίδει στον Ο.Δ.Δ.Υ. για εκποίηση. Οι λεπτομέρειες καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης.

Η ιδιαίτερα ευνοϊκή μεταχείριση που θέσπισε ο νομοθέτης μέσω του ΚΟΚ προς τους οδηγούς-θύτες που εγκαταλείπουν τα θύματα τους αποτελεί ένα από τα βασικά αίτια της έξαρσης αυτού του φαινομένου στους ελληνικούς δρόμους. Αποτελεί βέβαια πρόκληση προς τις οικογένειες των θυμάτων και την μεγαλύτερη Ύβρη προς τα ίδια τα θύματα. Αλλά αυτούς ποιός τους λογαριάζει; Η οδική συμπεριφορά αποτελεί την καλύτερη μικρογραφία της ελληνικής νοοτροπίας. Μία οδική συμπεριφορά που χαρακτηρίζεται από μία άκρα επιθετικότητα, από φιγούρα και, το σημαντικότερο, από μία πρωτοφανή ασέβεια σε οποιονδήποτε τυχαίνει να βρίσκεται εκείνη τη στιγμή σε απόσταση βολής από το όχημα. Όσο πεζό και αν φαίνεται αυτό το ζήτημα για ορισμένους αναγνώστες, είναι φλέγον. Ο Έλληνας οδηγός έχει γίνει πλέον ένας «θρύλος» του δρόμου, με οδική συμπεριφορά που δεν παρατηρείται ούτε σε τριτοκοσμικές χώρες με ανύπαρκτες υποδομές. Βέβαια, η αιτία για αυτήν την κατάντια δεν ήταν μόνο η έλλειψη υποδομών, αλλά και η ΕΛΛΕΙΨΗ ΠΑΙΔΕΙΑΣ, είτε σε εκπαιδευτικό είτε σε κοινωνικό επίπεδο.