Το ελληνικό ”La casa de papel” που δεν εξιχνιάστηκε ποτέ

Στο ισπανικό σίριαλ παρακολουθούμε μια ομάδα από παρίες της κοινωνίας οι οποίοι κάτω από τα φτερά του El Profesor καταφέρνουν και κάνουν μεγάλες και εντυπωσιακές ληστείες. Ωστόσο η πραγματικότητα δεν είναι τόσο απλή όσο την περιγράφουν οι θεαματικές σκηνές της σειράς του Netflix.

Το Ελληνικό La Casa De Papel έλαβε χώρα παραμονές Χριστουγέννων του 1992. Το συμβάν σημειώθηκε στην οδό Καλλιρρόης 19 στον Νέο Κόσμο. Το σχέδιο της επιχείρησης απλό, το ρίσκο ήταν μεγάλο, αλλά το αποτέλεσμα ήταν εξαιρετικό.

 

Η ληστεία ήταν τόσο ξακουστή που έκανε διεθνή μέσα της εποχής να ασχοληθούν μαζί της. Και όχι άδικα, μιας και οι ληστές κατάφεραν να ανοίξουν της 301 από τις 1151 θυρίδες της Τράπεζας Εργασίας ενώ έσκαβαν το λαγούμι που οδηγούσε στη τράπεζα για 23 ημέρες..

Το συνολικό ποσό κλοπής άγγιζε το εξωφρενικό για τις εποχές ποσό των 3.000.000.000 δραχμών. Χρήματα, ράβδοι χρυσού και κοσμήματα συμπλήρωναν τη λεία των ληστών οι οποίοι έκαναν όλη την Ελλάδα χρονιάρες μέρες να παραμιλάει για πάρτη τους.

Αν και για 2 χρόνια υπήρχε σιγή ιχθύος ο πρώτος που κελάηδησε στις αρχές ήταν ο Σύρος Τζουμάκ Χαλίντ ο οποίος ήταν κρατούμενος για απάτες στις φυλακές Κορυδαλλού. Ισχυρίστηκε ότι πήρε μέρος στη μεγάλη κλοπή κι ενέπλεξε διευθυντικά στελέχη της τράπεζας και επιχειρηματίες, περί τα 17 άτομα.

 

Η δικαιοσύνη κινήθηκε ταχύτατα και τον Αύγουστο ο ανακριτής της υπόθεσης εξέδωσε εντάλματα σύλληψης για τον υποδιευθυντή του υποκαταστήματος της Τράπεζας Εργασίας, Αναγνώστη Καλαφάτη, τους επιχειρηματίες Στέλιο Κολοβό, Διονύση Παπασταματάτο και Εμμανουήλ Σπανουδάκη και τον υπάλληλο των ΕΛΤΑ Λάμπρο Κότσαλο, για τους οποίους προέκυψαν από τη δικαστική έρευνα ενδείξεις για ανάμιξή τους στην υπόθεση του ριφιφί. Ο Καλαφάτης και ο Παπασταματάτος προφυλακίστηκαν, ο Κότσαλος αφέθηκε προσωρινά ελεύθερος με περιοριστικούς όρους, ενώ οι άλλοι δύο δεν προσήλθαν να απολογηθούν.

Από τον Νοέμβριο, όμως, η υπόθεση ακολούθησε αντίστροφη πορεία. Σε συνέντευξή του στην τηλεόραση του ANT1, ο Χαλίντ αναίρεσε τα όσα έχει καταθέσει για την υπόθεση και στις 25 Ιανουαρίου 1995 το επιβεβαίωσε και ενώπιον των δικαστικών αρχών. Λίγες ημέρες νωρίτερα οι Καλαφάτης και Παπασταματάτος είχαν αποφυλακιστεί, ενώ τον Απρίλιο του ίδιου χρόνου συνελήφθη ο Κολοβός, ο οποίος είχε καταφύγει στο εξωτερικό για να συγκεντρώσει στοιχεία, όπως είπε, που θα αποκάλυπταν την αθωότητά του. Το φθινόπωρο του ίδιου χρόνου η δικαστική αυλαία της υπόθεσης έπεσε με βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, σύμφωνα με το οποίο οι πέντε κατηγορούμενοι του ριφιφί της Τράπεζας Εργασίας απαλλάχθηκαν των κατηγοριών.

Η μη εξιχνίαση της υπόθεσης έπλασε σενάρια για τους πιθανούς δράστες. Η σεναριολογία περιλάμβανε από ιταλούς και ρώσους μαφιόζους με έλληνες συνεργούς μέχρι μέλη τρομοκρατικών οργανώσεων, όπως ο ΕΛΑ. Όσο για την τύχη της Τράπεζας Εργασίας, που είχε ιδρυθεί το 1975 από ομάδα κεφαλαιούχων με επικεφαλής τον τραπεζίτη Κωνσταντίνο Καψάσκη, το 2000 απορροφήθηκε από τη Eurobank.

Μετά την πραγματοποίηση της ελληνικής τέλειας ληστείας, οι Αστυνομικές Αρχές της χώρας προσπάθησαν να οδηγηθούν στους δράστες. Χρόνια ολόκληρα προσπαθούσαν να τους βρουν, αλλά οι έρευνές τους δεν απέφεραν κάποιο αποτέλεσμα. Εκατοντάδες καταθέσεις και προσαγωγές δεν οδήγησαν κάπου. Η υπόθεση έμεινε ανεξιχνίαστη. Υπάρχουν κάποιες αναφορές που κάνουν λόγο για εμπλοκή της Ιταλικής Μαφίας. Ωστόσο, όλα αυτά ανήκουν στη σφαίρα του ανεξήγητου. Η αλήθεια είναι ότι η Αστυνομία δεν μπόρεσε ποτέ να υποστηρίξει πως κάποιοι μπόρεσαν να πετύχουν το ελληνικό La Casa De Papel και έτσι η υπόθεση αποτελεί μέχρι και σήμερα ένα άλυτο μυστήριο.

ΠΗΓΗ