Σπάνιο φωτογραφικό υλικό και μαρτυρίες από την εξέγερση του Πολυτεχνείου(Pics & Vid)

Εσείς έχετε επισκεφθεί το Πολυτεχνείο; Έχετε διασχίσει την Πατησίων τις μέρες μεταξύ 15-17 Νοέμβρη; Εάν ναι, σίγουρα το να περάσετε απλά απ’ έξω, θα σας έχει γεμίσει με δάκρυα τα μάτια, αντικρίζοντας την τσακισμένη πύλη, τα εκατοντάδες κόκκινα γαρύφαλλα και ακούγοντας από τα μεγάφωνα τους ύμνους εκείνων των ημερών. Μια μερίδα γενναίων Ελλήνων και μη, φοιτητών και απλών πολιτών, σήκωσαν το ανάστημα τους εναντίον ενός από τα πιο αιματοβαμμένα καθεστώτα που έχουν περάσει από αυτό το τόπο. Αυτό της Χούντας. Μερικές από τις πιο μαύρες σελίδες της Ιστορίας γράφτηκαν εκείνες τις μέρες του Νοέμβρη του ’73.  Η εξέγερση του Πολυτεχνείου σηματοδοτήθηκε ως η κορυφαία αντιδικτατορική εκδήλωση και σημάδεψε με τη δυναμική και την παρακαταθήκη που άφησε τη σύγχρονη ελληνική ιστορία. Παρ’ όλες τις μαρτυρίες, το υλικό που συγκεντρώθηκε από εκείνες τις μέρες και δυστυχώς τους νεκρούς που θρήνησε αυτή η χώρα, “κάποιοι” προσπαθούν να αμαυρώσουν αυτό το γεγονός, κάνοντας απροκάλυπτα λόγο ότι επρόκειτο για ψέματα και παραμύθια. Οι μαρτυρίες των ανθρώπων που έζησαν και επέζησαν τις μέρες αυτές, μιλούν από μόνες τους.

«Πρέπει να σωθώ, πρέπει να βγω από εδώ».

Η ενστικτώδης κίνηση ήταν να φύγουμε προς τα πίσω όταν το σιδερένιο τέρας μπήκε, ήμασταν πολύ κοντά στην πύλη μόλις δεκαπέντε μέτρα. Η μόνη λέξη που ακούστηκε: οπισθοχώρηση.

Ανέβηκα τα σκαλιά και πήγα στο τελευταίο επίπεδο, εκεί που αντικρίζεις κάτω το αίθριο της αρχιτεκτονικής. Συνάντησα διάφορους γνωστούς, μπουκάλια και ρόπαλα το σκηνικό γύρω μου, κάποιοι φαντάστηκαν ότι μπορούσαν ν’αντισταθούν.

Ξαφνικά ένας αξιωματικός του στρατού, με κράνος και εξάρτηση εκστρατείας, φώναζε να βγούμε όλοι έξω, κινήθηκα προς τη πύλη όπως όλοι, άλλοι έφευγαν προς Τοσίτσα άλλοι προς Στουρνάρη, την φίλη μου την Ε. την χτύπησαν, εκείνη είχε κατευθυνθεί προς Στουρνάρη εγώ προς Τοσίτσα.

Υπήρχαν φαντάροι παραταγμένοι σε όλο το πεζοδρόμιο, ακούγονταν ήχοι από φωνές, κλωτσιές και μπουνιές και εγώ το μόνο που θυμάμαι ήταν ότι έτρεχα, έτρεχα, έτρεχα…

Μόλις μπήκα στη Τοσίτσα λοξοδρόμησα προς Μουσείο αφήνοντας την ομάδα που τρέχαμε μαζί. Ξαφνικά πετάχτηκαν μπροστά μου φαντάροι «εφ’ όπλου λόγχη» να τρέχουν προς το μέρος μου, κι έτσι αναγκάστηκα να επιστρέψω πίσω και ν’ακολουθήσω την ομάδα που κατευθυνόταν προς την Μπουμπουλίνας, εκεί βρισκόταν και το κτίριο της ασφάλειας όπου γινόντουσαν τα βασανιστήρια.

Σε ελάχιστο χρόνο φτάναμε στη Μπουμπουλίνας αντικρυζοντας στη συμβολή των δρόμων παραταγμένους μπάτσους με καδρόνια στα χέρια έτοιμους για δράση.

Εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκε ο από μηχανής θεός: ένας βαθμοφόρος του στρατού με κράνος, και πιστόλι στο χέρι, μπήκε μπροστά και μας πέρασε από τους μπάτσους χωρίς κανείς να τολμήσει να κινηθεί εναντίον μας. Μετά απ’ αυτό το μικρο θαύμα -τιμή για το στρατό μας- τρέχαμε προς Στουρνάρη διασχίζοντας την πίσω πλευρά του Πολυτεχνείου.

Για μια ακόμη φορά το ίδιο σκηνικό:παραταγμένοι μπάτσοι στο κόμβο Μπουμπουλίνας –Στουρνάρη, ένας χοντρός αξιωματικός με πηλήκιο, στεκόταν στη μέση και φώναζε ηχηρά: «Άντε στα σπίτια σας τώρα, άντε στα σπίτια σας τώρα». Κατά μια έννοια πιστεύαμε ότι σωθήκαμε, εφόσον μας έδιωχναν.

Μόλις περάσαμε, έγινε το πέσιμο. Θυμάμαι ότι απλά έτρεχα, δεν γυρνούσα να κοιτάξω, έφτασα στην οδό Σολωμού, αν θυμάμαι καλά, και στη πρώτη πολυκατοικία που συνάντησα με ανοιχτή πόρτα μπήκα μέσα, άκουγα κραυγές, κρότους, ένα πανδαιμόνιο δεν ήξερα αν με ακολουθούσαν, συνέχισα να ψάχνω για διέξοδο. Στα δεξιά μου, μια σκάλα. Κινήθηκα προς το υπόγειο, ανέβηκα μια άλλη σκάλα που έφτανε σε μια πόρτα, άνοιξα και βγήκα πάλι στον χαμό του δρόμου, έκλεισα την πόρτα κατεβαίνω τα σκαλιά 5-5. Σαν παγιδευμένο ζώο, εγκλωβισμένος σ’ένα υπόγειο με όλες τις αισθήσεις ηλεκτρισμένες είδα το χαμηλό πορτάκι δίπλα μου. Χωρίς δεύτερη σκέψη χώθηκα εκεί, ανάμεσα σε ντενεκέδες σκουπιδιών, φτυάρια και σκούπες. Μετά από μερικά δευτερόλεπτα άλλος ένας κυνηγημένος χώθηκε μέσα στο δωματιάκι. Κανείς μας δεν μιλούσε, ήμασταν σε κατάσταση σοκ και το μόνο που ευχόμασταν ήταν να μην μας είχε ακολουθήσει κανείς.

Κοίταξα πίσω μου και είδα ένα άλλο πορτάκι, σχεδόν δεν χωρούσες όρθιος εκεί , το άνοιξα και βγήκαμε σε έναν ακάλυπτο της πολυκατοικίας. Μπροστά μας υψώνονταν μερικά τεράστια φυτά, πυκνά, χωθήκαμε εκεί μέχρι να περάσει η δύσκολη νύχτα. Λίγη ώρα αργότερα είδαμε άλλον έναν κυνηγημένο ο οποίος πηδώντας από κάτι μάντρες βρέθηκε και εκείνος μαζί μας στον μικρό σωτήριο κήπο μας.

Απ’ έξω ακούγονταν κραυγές στρατιωτικές και εμβατήρια, προφανώς το κυνηγητό και το ξύλο συνεχιζόταν. Τελικά αποκοιμηθήκαμε μέχρι τα ξημερώματα καθώς ήμασταν εξαντλημένοι μετά από ένα τριήμερο πλήρους υπερέντασης. Κάποια στιγμή, ξημερώματα ακόμα, ανοίξαμε την πλαϊνή πόρτα της εισόδου κι αφουγκραζόμασταν με προσοχή την κατάσταση.Υπήρχε μια κυκλοφορία έξω σχετικά λογική, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα το προηγούμενο βράδυ.

Έτσι βρήκαμε το θάρρος να σηκωθούμε και να φύγουμε από εκεί. Διότι αν τυχόν βγαίναμε αργότερα ίσως θα μας έπιαναν. Κατευθυνθήκαμε προς την Ναυαρίνου, εκεί έμενε ο τρίτος της παρέας φοιτητής στο φυσικό. Έβαλε μουσική, Rollings Stones, είχε και κάτι ψυχεδελικά πράσινα και κόκκινα φώτα, 70s γαρ, συζητούσαμε καπνίζοντας τσιγάρα. Λίγες ώρες αργότερα αποφασίσαμε με τον άλλον να φύγουμε. Δεν έμαθα ποτέ τι απέγιναν αυτά τα δύο παιδιά.

Προχωρήσαμε από την Ναυαρίνου προς τα πάνω που γίνεται Σκουφά. Φτάσαμε περπατώντας απ’ το Κολωνάκι στη περιοχή του Χίλτον. Σα να ‘χε κηρυχθεί ανακωχή εκείνες τις πρωινές ώρες, γιατί ήταν ανεξήγητο πως δεν συλληφθήκαμε σ’όλη αυτή την διαδρομή, αφού η εικόνα μας πρόδιδε την προέλευσή μας: στρατιωτικά τζάκετ, μάτια πρησμένα απ’ τα δακρυγόνα. Φοβόμουν να ανέβω με λεωφορείο προς το σπίτι μου, δεν ήθελα να το διακινδυνεύσω και έτσι αποφάσισα να μείνω στη γιαγιά μου που έμενε εκεί δίπλα.

Τρεις ημέρες έμεινα εκεί, κοιμόμουν, έτρωγα και ξανακοιμόμουν. Ένιωθα μεγάλη συγκίνηση κάθε φορά που ξεκινούσα να διηγηθώ τα γεγονότα. Χρειαζόμουν λίγο χρόνο να αποκαταστήσω τον ταραγμένο ψυχικό μου κόσμο και ν’ αποφορτίσω το συσσωρευμένο στρες.”