STORIES

Πώς ο Μάρκος Βαμβακάρης δίδαξε στην Ελλάδα το ρεμπέτικο!

Γεννημένος το 1905, στην Άνω Χώρα της Σύρου ήταν ο πατριάρχης του ρεμπέτικου που τόσο επηρέασε την ελληνική μουσική, Μάρκος Βαμβακάρης. Με το παρατσούκλι Φράγκος, έρχεται πρώτη φορά σε επαφή με τη μουσική μέσω των παραδόσεων. Ο ίδιος, όντας πρωτότοκος γιος, είναι η συνοδεία του πατέρα του Δομένικου που παίζει ζαμπούνα, στα τοπικά πανηγύρια. Οι καιροί είναι δύσκολοι, ο Εθνικός Διχασμός παίρνει τον πατέρα του στο μέτωπο και έτσι ο νεαρός Μάρκος ξενιτεύεται.

Η εποχή του Πειραιά έχει έρθει.

Εκεί η εργατιά είναι σκληρή μα κάπως, βρίσκει και πάλι τον δρόμο του στη μουσική: Ερωτεύεται αυτοδίδακτα το μπουζούκι, αφού τον μαγεύει στους Τεκέδες που κυκλοφορεί.

Παράλληλα γνωρίζει τη πρώτη του σύζυγο. Η σχέση του όμως με τη Ζιγκοάλα οδηγείται γρήγορα σε πολυτάραχο διαζύγιο και η ίδια να διεκδικεί συνεχώς υπέρογκα χρηματικά ποσά. Έτσι αναγκάζεται να αποποιείται τα ίδια του τα τραγούδια και άρα τα πιθανά του κέρδη.

Παρ’όλα αυτά είναι η πιο γόνιμή του περίοδος μουσικά.

Με 50 τραγούδια στο ενεργητικό του, ο Βαμβακάρης γίνεται το πρώτο μπουζούκι στην Ελλάδα με ηχογραφημένο επίσημο δίσκο. Κι’αυτό είναι μόνο η αρχή. <<Η Τετράς η ξακουστή του Πειραιώς>> σχηματίζεται μαζί με τους Γιώργο Μπάτη, Στράτο Παγιουμτζή και Ανέστη Δελιά, ενώ ο Μάρκος ξεκινά το δικό του κουτούκι στα Άσπρα Χώματα. Και τότε, γράφει την ξακουστή Φραγκοσυριανή.

Ο καιρός περνάει και το στίλ του Βαμβακάρη αλλάζει

Η δικτατορία χαλιναγωγεί τον ρέμπελο ήχο των τραγουδιών, μα ο κόσμος συνεχίζει να τον αγκαλιάζει θερμά. Η απήχησή του Μάρκου απογειώνεται, με χαρακτηριστική την συναυλία του στη Θεσσαλονίκη. Εκεί μαζεύονται 50.000 άνθρωποι – γεγονός πρωτοφανές για τον καιρό και το είδος της μουσικής του.´Οσο για τα προσωπικά του, ο ελληνοϊταλικός πόλεμος φέρνει σκαμπανεβάσματα και την απώλεια τόσο της μητέρας όσο και του αδερφού του. Η ζωή όμως του φέρνει τη δεύτερη σύζυγό του, Ευαγγελία με την οποία κάνει οικογένεια.

Σύντομα, παραμορφωτική αρθρίτιδα χτυπά τη πόρτα του τραγουδοποιού. Όταν ορθοποδεί, αναγκάζεται να τραπεί σε φυγή στην επαρχία, αφού το ρεμπέτικο χάνει τη μάχη με το λαϊκό. Τελικά καταφεύγει στη μάνα Σύρο μαζί με τον γιό του Στέλιο και βρίσκει την ζεστή αγκαλιά του κόσμου.

Η τύχη όμως χαμογελά για μια τελευταία φορά στον αείμνηστο ρεμπέτη το 1960:

Τα τραγούδια του κυκλοφορούν απο την Columbia με τη βοήθεια του Βασίλη Τσιτσάνη. Για μία δεκαετία, ο Βαμβακάρης και οι ρυθμοί του, γυρνούν στην Ελλάδα.

8 Φεβρουαρίου το 1972 ο αξέχαστος Μάρκος Βαμβακάρης αφήνει την τελευταία του πνοή, λόγω νεφρικής ανεπάρκειας. Οι τελευταίες στιγμές του 66χρονου ρεμπέτη είναι στο Πειραιά. Εκεί έμεινε τα περισσότερα χρόνια της ζωής του και όμως δεν τραγούδησε ποτέ ούτε μισή στροφή για αυτόν..

Τι κι’αν τον αφόρισε η Καθολική Εκκλησία; Ο κόσμος θα τον θυμάται εις αεί μέσα απ’τους σκοπούς του. Ο Βασίλης Τσιτσάνης, γράφει:

<<Στο κέντρο του κυρ-Αποστόλη, στο Αιγάλεω, για λίγο σώπασαν όλοι. Ύστερα, το γκαρσόνι, ο Λευτέρης ο Μυτιληνιός, ξεκρέμασε από τον τοίχο μια παλιά φωτογραφία του Μάρκου, με χρυσή, μπιχλιμπιδωτή κορνίζα. Την ακούμπησε, με σέβας, πάνω σε μια ψάθινη καρέκλα, μπροστά από την ορχήστρα κι όλοι την κοίταζαν. “Ε, ρε Μάρκο, φιλαράκο” , είπε αυτός με το μπουζούκι. Και αμέσως όλοι έπιασαν τα όργανα κι άρχισαν να παίζουν τη “Φραγκοσυριανή” δυνατά, κλαμένα, παράφωνα, όμορφα – σα νάτανε το τελευταίο τραγούδι που παίζανε στη ζωή τους. Σα νάτανε, δηλαδή, η συντέλεια του κόσμου και τίποτε άλλο. Ήταν το πρώτο μνημόσυνο του Μάρκου…>>.

Tags: