Ερίκ Καντονά: Ο ασυμβίβαστος βασιλιάς

Ερίκ Καντονά Manchester United

Ο Γάλλος αντάρτης που έκανε τα σαλόνια, αλώνια.

Αντισυμβατικός, ευθύς, πιστός στις ηθικές του αξίες και σίγουρα κάτι παραπάνω από ένας συνηθισμένος ποδοσφαιριστής. Ο Ερίκ Καντονά διένυσε μια γεμάτη ποδοσφαιρική καριέρα, με skills που χιλιάδες έχουν προσπαθήσει να μιμηθούν. Κανείς όμως, μέχρι τώρα, δεν κατάφερε να μιμηθεί την «μεγαλειώδη» κλωτσιά στον ρατσισμό που έδωσε στο παιχνίδι της Μάντσεστερ Γιουνάϊτεντ έναντι της Κρίσταλ Πάλλας.

Ο αποδέκτης της κλωτσιάς, οπαδός της Κρίσταλ Πάλλας φέρεται να ήταν γνωστός στους φασιστικούς κόλπους της Αγγλίας. Είχε ήδη μια καταδίκη για ρατσιστική επίθεση σε μετανάστη με γαλλικό κλειδί, φωνάζοντας του: «Fuck off back to France, you French bastard». Μπορεί ο Καντονά να καταδικάστηκε σε φυλάκιση δύο εβδομάδων, ωστόσο ο ίδιος είχε δηλώσει τα εξής: «Η κορυφαία στιγμή στην καριέρα μου, ήταν όταν έκανα την κλωτσιά σε εκείνον τον χούλιγκαν. Νομίζω είναι όνειρο να κλωτσάς τέτοιους τύπους. Το έκανα για τον κόσμο. Είναι σπουδαίο συναίσθημα, αλλά διαφορετικό».

Δεν χώρεσε ποτέ σε κανένα καλούπι.

Ακόμη και ο τρόπος που πανηγύριζε τα γκολ του με την «αγαλματένια ακινησία» ξέφευγε από τις νόρμες. Γεννημένος να ξεχωρίζει και να ανατρέπει ότι κατεστημένο υπάρχει γύρω του, ποτέ φοβούμενος τίποτα, δεν δίστασε να δείξει την ευθραυστότητα του, στην παρακάτω ιστορία.

Ο Έρικ βρισκόταν στο Μάντσεστερ για τα γυρίσματα του «Ψάχνοντας τον Ερικ» που είναι μια ιστορία της δικής του ζωής. Υπό καταρρακτώδη βροχή περίπου 50 οπαδοί, περισσότερο του ίδιου παρά των Κόκκινων Διαβόλων, περιμένουν υπομονετικά να ρίξει κλακέτα ο σκηνοθέτης Κεν Λόουτς. Μόλις τον βλέπουν αρχίζουν το τραγούδι. «’Ήταν από τις σπάνιες φορές που τον είδα να κλαίει», εξιστορεί η δεύτερη γυναίκα του, ηθοποιός Ρασίντα Μπράκνι. Χωρίς μπουφάν ή ομπρέλα ο Γάλλος βγήκε στο δρόμο και κάθισε αρκετή ώρα μαζί τους. «Ο Κριστιάνο Ρονάλντο θα το έκανε αυτό για εσάς;», ρωτά τους φιλάθλους ο δημοσιογράφος που καλύπτει το γεγονός, για να λάβει την συγκινητική απάντηση: «Γιατί ποιος σου είπε ότι θα το κάναμε εμείς αυτό για τον Ρονάλντο»;

Οι δηλώσεις του αντιφασίστα βασιλιά Ερίκ για τους πρόσφυγες και για τις συνθήκες στις οποίες ζουν στην Γαλλία, «βούλωσαν» πολλά στόματα:

«Δεν θεωρώ τον εαυτό μου Γάλλο. Είμαι πολίτης του κόσμου. Στο δρόμο για το σπίτι μου, έβλεπα κατά μήκος της εθνικής οδού σκηνές με πρόσφυγες. Δεν ρίσκαραν τη ζωή τους για να έρθουν και να μένουν σε σκηνές δίπλα στο δρόμο. Ήρθαν να δουλέψουν και να προσπαθήσουν να ζήσουν ξανά, λίγο καλύτερα. Οπότε πρέπει να τους βοηθάμε κι όχι να τους κρίνουμε. Κανείς δεν ξέρει τι έχουν περάσει για να καταφέρουν να φτάσουν εδώ».

Τον Δεκέμβρη του 2010, σε μια συνέντευξη του, ξεσήκωσε τον γαλλικό λαό να αποσύρει τις καταθέσεις του από τις τράπεζες, μια πιο New Era επανάσταση.

«Οι τρόποι έχουν αλλάξει πια. Δεν παίρνουμε τα όπλα προκειμένου να σκοτώσουμε για να αρχίσουμε την επανάσταση. Η επανάσταση γίνεται εύκολα στις μέρες μας. Το σύστημα περιστρέφεται γύρω από τις τράπεζες. Βασίζεται στη δύναμή τους. Έτσι, πρέπει να καταστραφεί αρχής γενομένης από τις τράπεζες. Πρέπει να πάμε στις τράπεζες. Τότε θα γίνει η αληθινή επανάσταση. Είναι κάτι απλό. Αντί να βγεις στους δρόμους, απλώς πας και αποσύρεις τα χρήματά σου. Αν αυτό το κάνει αρκετός κόσμος, το σύστημα θα καταρρεύσει. Χωρίς όπλα, χωρίς αίμα, χωρίς τίποτα. Σε μια τέτοια περίπτωση θα μας ακούσουν διαφορετικά. Καμία φορά πρέπει εμείς να δίνουμε ιδέες».

Στην απονομή του President’s Award, όπου τιμήθηκε από την UEFA, μίλησε με πολύ ξεχωριστά λόγια για τον πόλεμο, τις δύσκολες συνθήκες και το ποδόσφαιρο. Δανειζόμενος μια ιδιαίτερη στιχομυθία από τον «Βασιλιά Ληρ» του Σαίξπυρ, άρχισε τον λόγο του ως εξής:

«As flies to wanton boys are we to th’ gods. (σ.σ. Σκηνή 4, Βασιλιάς Ληρ). Θα μας σκοτώσουν για τον αθλητισμό. Πολύ σύντομα η επιστήμη θα καταφέρει να επιβραδύνει το γέρασμα των κυττάρων μας και δεν αποκλείεται να κρατά ζωντανά τα κύτταρα μας και ίσως να είμαστε αιώνιοι. Μόνο τα δυστυχήματα, το έγκλημα, ο πόλεμος θα είναι σε θέση να μας σκοτώσουν και δυστυχώς στο μέλλον θα πολλαπλασιαστούν. Αγαπώ το ποδόσφαιρο»

Το γράμμα που έστειλε προς δημοσίευση στο www.theplayerstribune.com, συγκλόνισε όλους όσους το διάβασαν.

Αναφέρεται στις ρίζες του, στο ποδόσφαιρο όπως θα έπρεπε να είναι και στο μεταναστευτικό θέμα. Αξίζει να διαβαστεί, από την πρώτη μέχρι την τελευταία λέξη.

«Το ποδόσφαιρο δίνει νόημα στη ζωή σου. Αλήθεια το πιστεύω αυτό. Αλλά η ζωή σου, η ιστορία σου, η ουσία σου, επίσης δίνουν νόημα στο ποδόσφαιρο.

Θα μιλήσω για κάποια πράγματα για τα οποία δεν συζητάω σχεδόν ποτέ. Θέλω να σας πω μια ιστορία που διαμόρφωσε όλα όσα είμαι. Συνέβη πριν καν γεννηθώ.

Πρέπει να πάμε πίσω στο 1939, κατά τη διάρκεια του Ισπανικού Εμφύλιου.

Ο παππούς (από την πλευρά της μητέρας μου) ήταν από τη Βαρκελώνη και πολέμησε κατά του δικτάτορα Φράνκο μέχρι τέλους.

Στο τέλος του πολέμου, ήταν καταζητούμενος και είχε μόνο λίγα λεπτά για να αποδράσει πριν καταλάβει την πόλη ο στρατός των φασιστών.

Έπρεπε να περάσει τα Πυρηναία όρη με τα πόδια για να φτάσει στη Γαλλία και δεν είχε χρόνο για κανονικούς αποχαιρετισμούς. Αυτό ήταν το τέλος. Ζωή ή θάνατος.

Έτσι, λίγο πριν φύγει, πήγε και βρήκε το κορίτσι του, και τη ρώτησε:

«Είσαι έτοιμη να με ακολουθήσεις;»

Ήταν 28 ετών. Εκείνη, 18. Έπρεπε να αφήσει πίσω την οικογένεια, τους φίλους της, τα πάντα.

Αλλά του είπε: «Ναι, φυσικά!»

Αυτή ήταν η γιαγιά μου.

Έζησαν στα στρατόπεδα προσφύγων στη γαλλική ακτογραμμή. Εκεί υπήρχαν πάνω από 100.000 Ισπανοί πρόσφυγες.

Μπορείτε να φανταστείτε τι θα τους συνέβαινε αν δεν τους δέχονταν οι Γάλλοι;

Αλλά όχι, έδειξαν συμπόνια.

Η ανθρωπότητα πρέπει να δείχνει πάντα συμπόνια σε αυτούς που υποφέρουν.

Οι παππούδες μου δεν είχαν τίποτα όταν έφτασαν. Έπρεπε να αρχίσουν τις ζωές τους από την αρχή.

Αλλά μετά από λίγο καιρό, δόθηκε η ευκαιρία στους πρόσφυγες να δουλέψουν στην κατασκευή ενός φράγματος στο Saint-Etienne-Cantales.

«Μεξικάνικη Βαλίτσα»

Αυτή είναι η ζωή του πρόσφυγα. Πας εκεί που πρέπει και κάνεις αυτό που πρέπει. Και έτσι πήγαν. Και έφτιαξαν τη ζωή τους.

Η μητέρα μου γεννήθηκε εκεί μετά από λίγα χρόνια και τελικά η οικογένεια μετακόμισε στη Μασσαλία.

Αυτή η ιστορία τρέχει στο αίμα μου. Με διαμόρφωσε σαν άνθρωπο.

Αλλά υπήρχε στο μυαλό μου μόνο σαν όνειρο.

Δεν υπήρχαν φωτογραφίες αυτής της μάχης, μόνο ιστορίες. Δεν υπήρχε κάτι που μπορούσες να αγγίξεις, να δεις, από εκείνη την εποχή.

Αλλά το 2007, η διάσημη «Μεξικάνικη Βαλίτσα» του φωτογράφου Robert Capa βρέθηκε σε ένα σπίτι στο Μέξικο Σίτι.

Οι πολεμικοί φωτορεπόρτερ Γκέρντα Τάρο και Ρόμπερτ Κάπα. Ο έρωτάς τους γεννήθηκε στην πρώτη γραμμή.
Οι πολεμικοί φωτορεπόρτερ Γκέρντα Τάρο και Ρόμπερτ Κάπα. Ο έρωτάς τους γεννήθηκε στην πρώτη γραμμή. Εκεί όπου τελικά έχασαν και τη ζωή τους

Μέσα στα παλιά κουτιά, υπήρχαν 4,500 αρνητικά από τον Ισπανικό Εμφύλιο, τα οποία αγνοούνταν για πάνω από 60 χρόνια. Κανείς δεν ξέρει πώς βρέθηκαν στο Μεξικό.

Ήμουν πολύ περίεργος, κι έτσι όταν έγινε μια έκθεση αυτών των φωτογραφιών στη Νέα Υόρκη, πήγα με τη γυναίκα μου.

Οι περισσότερες φωτογραφίες ήταν απλά μικροσκοπικά αρνητικά. Χιλιάδες από αυτά. Έπρεπε να τα δεις κάτω από μεγεθυντικό φακό.

Αλλά μερικές φωτογραφίες στη μέση της έκθεσης ήταν τεράστιες. Σχεδόν τρία μέτρα. Οι άνθρωποι στις φωτογραφίες ήταν στο πραγματικό τους μέγεθος, ήταν λες και θα τους έπιανες αν άπλωνες το χέρι σου.

Και τότε είδα τον παππού μου.

Ήταν αδύνατον, όχι;

Αλλά ήταν εκεί, νέος. Ένιωθα πως ήταν αυτός, αλλά δεν ήμουν απόλυτα σίγουρος γιατί δεν τον είχα δει ποτέ τόσο νέο.

Έτσι, όταν η έκθεση ήρθε στη Γαλλία λίγους μήνες μετά, πήρα τη μητέρα μου για να δει τη φωτογραφία.

Και ήταν πάλι εκεί, νέος.

«Είναι στα αλήθεια αυτός;»

ρώτησα.

«Ναι, είναι αυτός. Είναι από τη στιγμή που έφευγαν στα βουνά»,

μου απάντησε.

Ήταν απίστευτο! Φανταστείτε να μην τα κατάφερνε ο παππούς μου. Φανταστείτε να μην τον ακολουθούσε η γιαγιά μου. Ίσως τότε, η μητέρα μου να μην υπήρχε ποτέ. Ίσως ούτε εγώ να υπήρχα.

Όμως, αυτή είναι η μισή ιστορία μας. Υπάρχει άλλη μια φωτογραφία που καθορίζει τη ζωή μου.

Οι παππούδες του πατέρα μου ήταν επίσης πρόσφυγες. Ήρθαν στη Γαλλία από τη Σαρδηνία για να γλιτώσουν από τη φτώχεια το 1911.

Τρία χρόνια μετά, ο προπάππους μου κλήθηκε να υπηρετήσει στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και εισέπνευσε τόσα αέρια που πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του καπνίζοντας ευκάλυπτο για να μπορέσει να αναπνεύσει καλύτερα.

Ο γιος του, ο παππούς μου, πολέμησε με τους Γάλλους στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και όταν επέστρεψε από τον πόλεμο, δούλεψε ως οικοδόμος.

Αποταμίευσε αρκετά λεφτά ώστε να αγοράσει ένα κομμάτι γης στο λόφο της Μασσαλίας όταν ο πατέρας μου ήταν έφηβος.

Το οικόπεδο είχε μια μικρή σπηλιά. Έπρεπε να ζήσουν κάπου όσο ο παππούς μου έχτιζε το σπίτι, άρα τι έκαναν;

Απλό. Ζούσαν μέσα στη σπηλιά για δύο χρόνια. Το μόνο που είχαν για να ζεστάνουν τη σπηλιά ήταν ένας φούρνος.

Μοιάζει με αυτές τις ιστορίες που λένε οι οικογένειες «για τα παλιά χρόνια», αλλά υπάρχει μια φωτογραφία από το χειμώνα του 1956 με τους παππούδες και τον πατέρα μου στη σπηλιά, σκεπασμένους με κουβέρτες για να ζεσταθούν.

Ο παππούς μου έχτισε το σπίτι σιγά – σιγά και στο τέλος έχτισε κι ένα σπίτι για τους γονείς μου.

Αυτό είναι το σπίτι στο οποίο μεγάλωσα, αυτό κληρονόμησα, αυτό είναι το αίμα μου.

Μια από τις πρώτες μου αναμνήσεις είναι να κουβαλάω δέκα σακιά με άμμο μέχρι το σπίτι πάνω στον λόφο, που φτιαχνόταν ακόμα.

Μόνο μετά από αυτό, με άφηναν να παίξω ποδόσφαιρο.

Ερίκ Καντονά: «Προέρχομαι από οικογένεια επαναστατών, μεταναστών και εργατών»
Ερίκ Καντονά: «Προέρχομαι από οικογένεια επαναστατών, μεταναστών και εργατών»

Κατά τη διάρκεια της μέρας, ο πατέρας μου έφτιαχνε το σπίτι και κατά τη διάρκεια της νύχτας σαν νοσοκόμος σε ψυχιατρική κλινική.

Αλλά ακόμα κι αυτό το κομμάτι της ιστορίας έχει ένα ιδιαίτερο νόημα.

Υπήρχε λόγος που ο πατέρας μου έγινε νοσοκόμος και δούλεψε στο συγκεκριμένο νοσοκομείο.

Ο νονός του ήταν ασθενής εκεί. Το όνομά του ήταν Sauveur και ήταν ο αδερφός του παππού μου.

Είχε πιαστεί αιχμάλωτος για πέντε χρόνια κατά τη διάρκεια του Β’ Π.Π. και μετά από αυτήν την τραυματική εμπειρία, εισήχθη στο νοσοκομείο Edouard Toulouse.

Ο πατέρας μου ήταν υπερβολικά κοντά με τον Sauveur και αυτός ήταν ο λόγος που θέλησε να γίνει νοσοκόμος σε ψυχιατρείο.

Κατέληξε να δουλεύει στη μονάδα που νοσηλευόταν ο νονός του και τον περιποιούνταν κάθε βράδυ.

Αυτή είναι η οικογένειά μου. Αυτή είναι η ιστορία μου.

Έχω ζήσει σε όλο τον κόσμο. Για την ακρίβεια, την περασμένη χρονιά αγόρασα μια αγροτική έκταση στη Σαρδηνία για να επανενωθώ με την ιστορία της οικογένειάς μου.

Θα αγαπώ όμως για πάντα τη Μασσαλία με όλη μου την καρδιά χάρη σε αυτές τις αναμνήσεις που με διαμόρφωσαν. Θα είναι για πάντα η πόλη μου.

Όταν με ρωτούν γιατί έπαιξα ποδόσφαιρο με αυτόν τον τρόπο, αυτή είναι η απάντηση.

Το ποδόσφαιρο δίνει νόημα στη ζωή, ναι, αλλά και η ζωή δίνει νόημα στο ποδόσφαιρο.

Σχεδόν ποτέ δεν λέω αυτές τις προσωπικές ιστορίες, ειδικά αυτή για το νονό του πατέρα μου. Είναι πολύ δύσκολο.

Όταν μιλάω γι’ αυτό, είναι λες και μου μιλάνε οι άγγελοι.

Μοιράζομαι όμως μερική από την ιστορία μου για έναν σημαντικό λόγο.

Ζούμε σε μια εποχή φτώχειας, και μετανάστευσης.

Ερίκ Καντονά Manchester United
Ερίκ Καντονά Manchester United

Υπάρχουν πολύ περισσότεροι άνθρωποι που δεν μπορούν να αγοράσουν μια μπάλα ποδοσφαίρου από αυτούς που μπορούν να πληρώσουν 200€ για να παρακολουθήσουν από κοντά ένα ματς της Premier League ή 400€ το χρόνο για να τη δουν στην τηλεόραση.

Το ποδόσφαιρο είναι ένας από τους μεγάλους δασκάλους της ζωής. Μια από τις μεγαλύτερες εμπνεύσεις.

Αλλά το τρέχον επιχειρηματικό μοντέλο του αγνοεί τεράστιο κομμάτι του κόσμου.

Οι φτωχές γειτονιές χρειάζονται το ποδόσφαιρο όσο και το ποδόσφαιρο χρειάζεται τις φτωχές γειτονιές.

Πρέπει να στηρίξουμε ένα ποδόσφαιρο πιο θετικό, που περιλαμβάνει τους πάντες και θα κάνω τα πάντα για να βοηθήσω.

Γι’ αυτό συμμετέχω στο κίνημα «Common Goal» ως ο πρώτος μέντορας.

Η αποστολή του «Common Goal» είναι να δώσει το 1% του τζίρου της παγκόσμιας βιομηχανίας ποδοσφαίρου σε ποδοσφαιρικές φιλανθρωπίες, και ήδη πάνω από 60 ποδοσφαιριστές έχουν προσφέρει το 1% του μισθού τους.

Ερίκ Καντονά: Ποιο είναι το νόημα της ζωής;
Ερίκ Καντονά: Ποιο είναι το νόημα της ζωής;

Το πιο ωραίο είναι ότι πρόκειται για παίκτες από τις μεγάλες ομάδες, άντρες και γυναίκες, από πρωταθλήματα απ’ όλο τον κόσμο.

Το ποδόσφαιρο είναι για τους ανθρώπους. Κι αυτό δεν πρέπει να είναι μια ουτοπία. Όλοι μας, πλούσιοι ή φτωχοί, μετανάστες ή πολίτες δέκατης γενιάς, βρίσκουμε την ίδια χαρά στο παιχνίδι που λέγεται ποδόσφαιρο. Μιλάμε την ίδια γλώσσα, έχουμε το ίδιο αίσθημα.

Με ρωτάνε όλη την ώρα τις ίδιες ερωτήσεις για την καριέρα μου:

«Πώς είναι να παίζεις σε αυτή τη Γιουνάιτεντ; Γιατί τα πήγες τόσο καλά;»

Ο κόσμος περιμένει κάποια περίπλοκη απάντηση. Θέλουν κάποιο μυστικό νομίζω. Αλλά η απάντηση είναι πολύ απλή.

Ο Sir Alex Ferguson ήταν εξπέρ σε ένα πράγμα. Κάθε

φορά που μπαίναμε στο γήπεδο για ένα ματς, μετά από ώρες και ώρες δουλειάς, μας άφηνε να είμαστε ελεύθεροι.

Νιώθαμε απόλυτη ελευθερία να κινηθούμε και να παίξουμε όπως θέλουμε.

Δεν θα μπορούσα να παίξω ποδόσφαιρο με άλλο τρόπο.

Τι είναι το ποδόσφαιρο αν όχι ελευθερία;

Άρα αφήστε με παρακαλώ να κάνω αυτή την απλή ερώτηση σε αυτούς που «τρέχουν» το παιχνίδι.

Στους παίκτες, τους ατζέντηδες, τους χορηγούς και τις επιτροπές…

«Τι είναι το ποδόσφαιρο αν όχι ελευθερία; Ποιο είναι το νόημα της ζωής;»

Νομίζω πως μπορούμε να συμφωνήσουμε πως όλοι μπορούμε να κάνουμε περισσότερα για την ανθρωπότητα.

Ερίκ Καντονά: «Προέρχομαι από οικογένεια επαναστατών, μεταναστών και εργατών»
Ερίκ Καντονά: «Προέρχομαι από οικογένεια επαναστατών, μεταναστών και εργατών»

Τώρα ξέρετε την ιστορία μου.

«Προέρχομαι από μια οικογένεια μεταναστών, επαναστατών, στρατιωτών και εργατών».

Δεν είχαμε πολλά όταν ήμουν παιδί, αλλά για μένα, η αλήθεια της ζωής είναι ότι βρίσκαμε την έκσταση στις μικρές στιγμές.

Μπορεί ένα μικρό πικ-νικ με την οικογένειά μας. Τρία ζευγάρια κάλτσες γυρισμένα σε μορφή μπάλας και δεμένα με ένα κορδόνι.

Παίζαμε ποδόσφαιρο κάτω από τον ήλιο και μετά ξαπλώναμε στο χορτάρι. Εντυπωσιαζόμασταν με τα πάντα και με το τίποτα.

Όταν αποσύρθηκα από το ποδόσφαιρο στα 30 μου, ξέρετε τι έκανα; Έκανα κάτι πολύ σημαντικό για μένα.

Πήγα να ζήσω στην πόλη που έπρεπε να εγκαταλείψουν οι παππούδες μου το 1939. Πήγα να ζήσω στη Βαρκελώνη».

 

Ηλέκτρα Φακιολά