ΕΞΑΡΧΕΙΑ: Αυτό που εμείς αποκαλούμε σπίτι μας (Μέρος Α’)

EKSARCHEIA_ATHENS_FINEST 1

ΤΑ ΕΞΑΡΧΕΙΑ ΤΟΥ ΤΟΤΕ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΗΜΕΡΑ

Κείμενα: Πέτρος Τσαγκλής, Ηλέκτρα Φακιολά

Επιμέλεια Κειμένων: Ηλέκτρα Φακιολά

Φωτογραφικό υλικό: Θωμάς Χατζίογλου

Μια αναδρομή στην Ιστορία και την πολιτιστική συμβολή της πιο “παρεξηγημένης” αθηναϊκής συνοικίας.

Εξάρχεια… υπάρχουν ελάχιστα τοπωνύμια στη σύγχρονη Ελλάδα, των οποίων η προφορά και μόνο του ονόματός τους έχει ανάλογο αντίκτυπο. Πράγματι, η φήμη της πυκνοκατοικημένης αυτής συνοικίας στο κέντρο των Αθηνών έχει ξεπεράσει κατά πολύ τα φυσικά όριά της. Για κάποιους ορόσημο αντίστασης, ελευθερίας της έκφρασης, ισότητας και ανάμειξης διαφορετικών ιδεών και πολιτισμών. Για άλλους πάλι άβατο και άντρο ταραξιών, εμπόρων ναρκωτικών, “μπαχαλάκηδων” και “ανθελλήνων”. Τι είναι τελικά τα Εξάρχεια; Ποια η συμβολή τους στα πολιτικά και πολιτισμικά δρώμενα της νεότερης Ελλάδας, αλλά και στη διαμόρφωση της ιδεολογίας της νέας γενιάς; Τα παραπάνω είναι ορισμένα από τα κύρια πεδία έρευνας, με τα οποία επιλέξαμε να ασχοληθούμε στο παρόν άρθρο μας. Ελάτε λοιπόν μαζί μας, να περιπλανηθούμε στα ιστορικά στενά των Εξαρχείων, να συναντήσουμε διάφορες προσωπικότητες των τεχνών και των γραμμάτων και να ταξιδέψουμε μέσα στο χρόνο. Ραντεβού στην πλατεία, λοιπόν!

Eisodos Alexandras gia ExarcheiaΕίθε το κείμενο αυτό να αποτελέσει ένα είδος οδηγού για την κατανόηση της αντικειμενικής βαρύτητας των Εξαρχείων στη σύγχρονη ιστορία του τόπου και μέσο (έστω και γραπτής) γνωριμίας της περιοχής με ανθρώπους που δεν είχαν την ευκαιρία να την επισκεφθούν ακόμα, ώστε να γνωρίσουν το ιδιότυπο και ανυπότακτο πνεύμα της…          

1. Γεωγραφικό Πλαίσιο και Πολεοδομικά Χαρακτηριστικά.

Στη σημερινή εποχή τα Εξάρχεια αποτελούν μια έντονα αστικοποιημένη συνοικία του κέντρου της Αθήνας, που εκτείνεται γύρω από την ομώνυμη πλατεία. Το Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό Ελευθερουδάκη, το έτος 1929, αναφέρει δίπλα στο αντίστοιχο λήμμα: «τοποθεσία των Αθηνών εν τη συνοικία της Νεαπόλεως περί τα σημεία και την μικράν πλατείαν ένθα συναντάται η οδός Θεμιστοκλέους μετά των οδών Στουρνάρα, Σολωμού, Αραχώβης, Βαλτετσίου και Μεταξά». Στις μέρες μας, τα στενά τοπογραφικά όρια των Εξαρχείων εκτείνονται στα δυτικά μέχρι την οδό Ζαϊμη και το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, στα νοτιοδυτικά μέχρι τις οδούς Σόλωνος και Μπόταση, οι οποίες αποτελούν το σύνορο με τη γειτονική περιοχή της Πλατείας Κάνιγγος, στα νοτιοανατολικά έως την οδό Χαριλάου Τρικούπη (μέχρι το ύψος της Καλλιδρομίου), στα βορειοανατολικά μέχρι την οδό Καλλιδρομίου και στα βόρεια μέχρι την οδό Δεληγιάννη, η οποία χωρίζει τα Εξάρχεια από τη συνοικία με το όνομα Μουσείο. Στην πραγματικότητα ωστόσο τα Εξάρχεια, ως ενιαία γεωγραφική, ιστορική και ιδεολογική ενότητα, περιλαμβάνουν επίσης και την όμορη περιοχή της Νεάπολης στα νοτιοανατολικά, που γι’ αυτό το λόγο ονομάζεται συνήθως «Νεάπολη Εξαρχείων», καθώς και τα Πευκάκια, γύρω από το άλσος του αγίου Νικολάου. Ως εκ τούτου, πραγματικά όρια της συνοικίας αποτελούν οι μεγάλες αστικές οδοί Ακαδημίας, Χαριλάου Τρικούπη, Αλεξάνδρας και Πατησίων.

 

leoforos 28hs Oktwmvriou Pathsiwn
Η Λεωφόρος 28ης Οκτωβρίου (Πατησίων), ένας από τους κεντρικότερους δρόμους της Αθήνας και δυτικό σύνορο της συνοικίας των Εξαρχείων.

Φυσική κορύφωση και σήμα κατατεθέν της γειτονιάς των Εξαρχείων είναι ο καταπράσινος λόφος του Στρέφη (ύψος: 168 μ.), στον ανατολικό τομέα της συνοικίας, ο οποίος δενδροφυτεύτηκε την περίοδο 1924-1926 και αναπλάστηκε το 1985. Στον λόφο υπάρχει παιδική χαρά, γήπεδο μπάσκετ, μικρό υπαίθριο θέατρο και χώρος κυλικείου. Δυστυχώς όμως, στις μέρες μας, είναι παραμελημένος και για την καθαριότητά του φροντίζουν κατά καιρούς οι κάτοικοι της περιοχής. Γύρω από το λόφο αναπτύσσονται πολυάριθμες κλίμακες, που απολήγουν στους πρόποδες του, παράλληλα δε με τις κλίμακες υπάρχουν κατοικίες –συνήθως της ανώτερης κοινωνικής τάξης- με βαθμιδωτή διάρθρωση. Γεωμετρικά διατεταγμένοι δρόμοι αναπτύσσονται γύρω από το ύψωμα.

Ακόμα ψηλότερος από το Στρέφη είναι ο λόφος του Λυκαβηττού (ύψος: 277 μ.), που καθορίζει τα πολεοδομικά όρια της Νεάπολης. Ο Λυκαβηττός, παρ’ ότι βρίσκεται έξω από την κατεξοχήν γεωγραφική έκταση των Εξαρχείων, εξαιτίας του επικλινούς εδάφους του αλλά και του ευεργετικού δροσερού αέρα που προσφέρει, επηρεάζει άμεσα την καθημερινή ζωή των κατοίκων και των επισκεπτών της συνοικίας, ενώ τα ψηλά άγρια βράχια του ξεχωρίζουν πάνω από τις στέγες των σπιτιών, καθιστώντας τον έτσι αναπόσπαστο τμήμα και συνεχές σημείο αναφοράς της τοπικής χωρογραφίας.

 

Lofos tou Strefh
Η Αθήνα και ο βράχος της Ακρόπολης όπως φαίνονται από το λόφο του Στρέφη.

Τα Εξάρχεια, αν και εφάπτονται στο κέντρο της ελληνικής πρωτεύουσας, ταυτόχρονα διατηρούν έντονα τα στοιχεία ενός λαϊκού συνοικισμού.

Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος στο μυθιστόρημά του με τίτλο «Άνθρωπος του Κόσμου» (1888), δίνει μία πολύ αντιπροσωπευτική περιγραφή της οδού Μαυρομιχάλη (ενδιάμεση παράλληλος της Ιπποκράτους και της Χαριλάου Τρικούπη), η οποία ξεκινάει από τη λεωφόρο Πανεπιστημίου, με τα εντυπωσιακά νεοκλασικά οικοδομήματα της Εθνικής Βιβλιοθήκης, του Πανεπιστημίου, της Ακαδημίας και των πέριξ, και διασχίζει τα Εξάρχεια καταλήγοντας στη λεωφόρο Αλεξάνδρας: «Άρχεται από μεγάρων, από μαρμάρων, από δένδρων, από φανών και καταλήγει εις οικίσκους, εις πλίνθους, εις ανώμαλον έδαφος, εις σκότος. Εις την μίαν εσχατιάν υψούται η οικία του Πρωθυπουργού η σχηματίζουσα την πρώτην γωνίαν, και εις την άλλην μόλις διαφαίνεται λευκάζων οικίσκος ταπεινός -η κατοικία πτωχού πατρός δύο θυγατέρων- σχηματίζων την τελευταίαν».

Όπως σημειώνει η Ελένη Πορταλιού (2008) στα Εξάρχεια «σώζονται όλα τα είδη του ελληνικού λαϊκού κλασικισμού σε μονώροφα ή διώροφα κτίρια κατοικίας, μονοκατοικίες ή διπλοκατοικίες που αντλούν από την επίσημη κλασικιστική αρχιτεκτονική, όσον αφορά στην αυστηρή διαμόρφωση της λαϊκής παράδοσης: αυλές, χαγιάτια, τζαμωτά». Χαρακτηριστικά δείγματα λαϊκής αρχιτεκτονικής μπορούμε να συναντήσουμε στα στενά δρομάκια της συνοικίας, όπως στις οδούς Οικονόμου, Ερεσού κ.ο.κ. Μνημείο του αστικού κλασικισμού αποτελεί ένα ημιτριώροφο οικοδόμημα του 1870, που σήμερα σώζεται σε κακή κατάσταση στη συμβολή των οδών Κουντουριώτου και Οικονόμου και υπήρξε κατοικία του ποιητή Ναπολέοντα Λαπαθιώτη. Ένα ακόμα είναι το σημερινό «Θέατρο Εξαρχείων», στην οδό Θεμιστοκλέους 69, το οποίο ανεγέρθηκε την περίοδο 1870-1900 και αργότερα αναπαλαιώθηκε και διαμορφώθηκε σε θεατρικό χώρο από τον αρχιτέκτονα Κ.Ν. Δεκαβάλλα.

 

oikia poihth Napoleonta Lapathiwth 1888-1944
Η οικία όπου διέμενε ο ποιητής Ναπολέοντας Λαπαθιώτης (1888-1944) σήμερα.

Μετά το 1880 στην ευρύτερη περιοχή των Εξαρχείων και της Νεάπολης εμφανίζονται τα «μεταπρατικά», ένας τύπος συλλογικής κατοικίας που παραπέμπει στη μεταγενέστερη πολυκατοικία. Τα διώροφα ή ημιτριώροφα αυτά κτίρια προορίζονταν αρχικά να πωληθούν στους ομογενείς από την Αίγυπτο, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα εκείνη την εποχή. Στη δεκαετία του 1920 οικοδομήθηκε η βίλα «Αίολος», το παλαιό νεοκλασικό πυργόσπιτο στην οδό Καλλιδρομίου, πάνω στην επικλινή δυτική πλαγιά του λόφου Στρέφη. Αίολος ονομαζόταν στην αρχαία ελληνική μυθολογία ο θεός των ανέμων.

Το κτήριο πήρε αυτό το όνομα εξαιτίας των ισχυρών ανέμων που το έπλητταν επάνω στο ακάλυπτο ύψωμα όπου βρισκόταν. Όπως αναφέρει ο Τάσης Παπαϊωάννου το 2013 στην εφημερίδα «Αυγή», η βίλα: «Ανήκε στους αδερφούς Ηλιόπουλους. Την είχαν κληρονομήσει από τον πατέρα τους με τον όρο ότι δεν θα την πουλούσαν, αλλά κι ότι δεν θα αλλοίωναν τη φυσιογνωμία του κτηρίου. Έμειναν στα Εξάρχεια, στο εν λόγω κτίριο, μέχρι το 2000. Στη συνέχεια το κτήριο αφέθηκε στην τύχη του».

Το οικοδόμημα έχει χαρακτηριστεί από το Υπουργείο Πολιτισμού ως διατηρητέο μνημείο με την εξής περιγραφή: «Αξιόλογο κτίριο με χαρακτηριστική τοπογραφική θέση. Κτισμένο πάνω σε βράχο του Στρέφη με πρόσβαση από πέτρινη σκάλα. Στο επίπεδο του ισογείου δημιουργία βεράντας με κιγκλιδωτό στηθαίο μεταξύ μικρών στηλών. Η όψη επί της Καλλιδρομίου με δύο τμήματα. Ένα αντιστοιχεί σε τρία ανοίγματα. Στον άξονα συμμετρίας. Θύρα εισόδου και εξώστης στον όροφο. Τα άλλο υποδηλώνεται με ελαφρότατη προεξοχή που αντιστοιχεί σε ένα άνοιγμα με εξώστη στον όροφο και καταλήγει σε δωμάτιο πάνω στο δώμα καλυμμένο με στέγη. Πλαίσια στα ανοίγματα, συνεχή γείσο σε εκείνα του ορόφου με γεισίποδες που τους συναντάμε και στο γείσο επίστεψης. Συμπαγές στηθαίο στο δώμα με ενισχύσεις που διαμορφώνονται πλαστικά στη γωνία.

Επιχρίσματα με οριζόντιους αρμούς. Ανάλογη διαμόρφωση των άλλων όψεων. Απαιτείται αποκατάσταση επιχρισμάτων και άλλων στοιχείων». Τα τελευταία χρόνια δύο καταστροφικές πυρκαγιές, μία το 2013 και μία ακόμα το 2018, προκάλεσαν εκτεταμένες φθορές στο εσωτερικό του κτιρίου. Στις μέρες μας, το άλλοτε λαμπρό νεοκλασικό οικοδόμημα στέκει υπό κατάρρευση, ημιερειπωμένο, περιμένοντας τον φθοροποιό χρόνο και την αδιαφορία των ανθρώπων να το ισοπεδώσουν.

 

H vila aiolos sthn odo kallidromiou
Η βίλα “Αίολος” στην οδό Καλλιδρομίου, όπως διατηρείται σήμερα.

Η εντατικοποίηση όμως της ανοικοδόμησης πολυώροφων οικημάτων λαμβάνει χώρα έπειτα από τον Οικοδομικό Κανονισμό του 1929, ο οποίος κατέστησε δυνατή τη «σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας».

Δύο από τις πολυάριθμες πολυκατοικίες που ανεγέρθηκαν στα Εξάρχεια τη συγκεκριμένη περίοδο αποτελούν εμβλήματα της ριζοσπαστικής μοντέρνας αρχιτεκτονικής του Μεσοπολέμου κι έχουν ανακηρυχθεί ιστορικά διατηρητέα μνημεία: α) Η πολυκατοικία στη διασταύρωση των οδών Στουρνάρη και Ζαϊμη, που οικοδομήθηκε το 1933-1934 από τους αρχιτέκτονες Πολύβιο Μιχαηλίδη και Θουκυδίδη Βαλεντή, και αποτελεί αυθεντική έκφραση του διεθνούς Μοντέρνου Κινήματος. β) Η περίφημη «Μπλε πολυκατοικία» (1932-1933) πάνω στην πλατεία των Εξαρχείων, στη γωνία των οδών Θεμιστοκλέους και Αραχώβης, έργο του διαπρεπούς αρχιτέκτονα Κυριάκου Παναγιωτάκου, η οποία διαδραμάτισε τον δικό της ενεργό ρόλο στην τοπική ιστορία των Εξαρχείων (βλ. παρακάτω). Συν τοις άλλοις, το εν λόγω οικοδόμημα υπήρξε κατά το παρελθόν κατοικία εξεχόντων προσωπικοτήτων των τεχνών, της πολιτικής και των γραμμάτων, όπως της Κ. Παξινού, του Αλ. Μηνωτή, του Λ. Κύρκου κ.α.

Η συστηματική ανέγερση πολυκατοικιών κατά την Μεταπολίτευση (1974 και εξής), παρ’ ότι πρόσφερε ορισμένα εξαίσια δείγματα σύγχρονης αρχιτεκτονικής, σε γενικές γραμμές υποβάθμισε την μέχρι τούδε αξιόλογη αρχιτεκτονική ποιότητα της συνοικίας των Εξαρχείων. Περίπου τριάντα (30) συνολικά πολυκατοικίες χρονολογούνται στην περίοδο 1950-1985 και είκοσι (20) ακόμα κατασκευάστηκαν από το 1985 μέχρι σήμερα. Για να αποφευχθεί η περαιτέρω αλλοίωση της εικόνας της συνοικίας, το 1989, η περιοχή Εξάρχεια-Μουσείο-Στρέφη χαρακτηρίστηκε ως «παραδοσιακό τμήμα» της πρωτεύουσας και τέθηκαν ειδικοί όροι για την άδεια δόμησης των οικοπέδων.

 

neoklasiko ktirio emm Benaki 1
Νεοκλασικό κτίριο επί της οδού Εμμ. Μπενάκη.

Όπως συμπεραίνουμε από τα παραπάνω, ο ιστός και τα κτίρια των Εξαρχείων, σε κάθε περίπτωση παρουσιάζουν σαφείς αντιφάσεις, τόσο μεταξύ τους όσο και με τις όμορες συνοικίες της Αθήνας.

Ταυτόχρονα όμως παράγουν και πλούτο, καθώς είναι οι απτοί μάρτυρες της ζωντανής ιστορίας της συνοικίας, της ίδιας της πορείας και της εξέλιξής της μέσα στο χρόνο. Ανάμεσα στα οικοδομήματα των διάφορων εποχών, μικροί ακανόνιστοι πεζόδρομοι αποτελούν ένα είδος προστατευμένων δημόσιων χώρων, σημεία συνάθροισης, ανταλλαγής απόψεων και ψυχαγωγίας, ενισχύοντας έτσι το πνεύμα της αλληλεγγύης και του κοινοτισμού, αξίες για τις οποίες έχει αγωνιστεί σκληρά σε διαχρονική βάση η ατίθαση γειτονιά των Εξαρχείων.

Μικρότεροι χώροι που προσφέρονται για συζήτηση, ξεκούραση και αναψυχή είναι επίσης η ίδια η πλατεία των Εξαρχείων, το παρκάκι στην οδό Τσαμαδού, το παρκάκι στη συμβολή των οδών Κουντουριώτη και Οικονόμου, καθώς και το αυτοδιαχειριζόμενο πάρκο στη διασταύρωση των οδών Ναβαρίνου και Ζωοδόχου Πηγής, το οποίο συντηρείται με μέριμνα των κατοίκων. Σχετικά με τη δημιουργία του «Πάρκου Ναβαρίνου», υπέροχη είναι η οπτική της Ελένης Πορταλιού (2008), τα γραφόμενα της οποίας παραθέτουμε αυτούσια, καθώς συνοψίζουν μέσα σε λίγες λέξεις όλη την ιδεολογία αυτού του μοναδικού μέρους που ονομάζεται Εξάρχεια:

«Η άνοιξη μπήκε στην πόλη από την γειτονιά των Εξαρχείων. Ένας άνεμος κοινωνικότητας, συνεργασίας, πολυπραγμοσύνης και εφευρετικότητας διέλυσε το νέφος των δακρυγόνων των δυνάμεων καταστολής και μεταμόρφωσε το πρώην πάρκινγκ των οδών Ζωοδόχου Πηγής, Χαριλάου Τρικούπη και Ναυαρίνου σε ένα πανέμορφο πάρκο. Η Πρωτοβουλία Κατοίκων Εξαρχείων, αναδεικνύοντας το αίτημα να γίνει ο χώρος αυτός πράσινος, δημιούργησε μια άνευ προηγουμένου δυναμική. Εκατοντάδες άνθρωποι όλων των ηλικιών συναντήθηκαν, γνωρίστηκαν, εργάστηκαν, συνεργάστηκαν, επικοινώνησαν, έπαιξαν, ψυχαγωγήθηκαν, απόλαυσαν μουσική και φαγητό, μοιράστηκαν ένα κοινό σχέδιο και το υλοποίησαν συλλογικά.»

Τα Εξάρχεια είναι χαρακτηρισμένα ως περιοχή «γενικής κατοικίας», δηλαδή τόπος όπου η κατοικία μπορεί να συνδυαστεί με άλλες «συμβατές» και «μη οχλούσες» χρήσεις, όπως π.χ. οι εμπορικές, οι πολιτισμικές και οι ψυχαγωγικές δραστηριότητες. Ανέκαθεν ήταν και παραμένουν η αγαπημένη γειτονιά του κόσμου των γραμμάτων, των τεχνών και του ελεύθερου πνεύματος. Στα στενά τους περπάτησαν, έζησαν και δημιούργησαν κατά το παρελθόν τόσοι και τόσοι εξέχοντες άνθρωποι του πνεύματος: ο Κωστής Παλαμάς, ο Νικόλαος Πολίτης, ο Ναπολέων Λαπαθιώτης, ο Μπάμπης Άνινος, ο Γεώργιος Σουρής, ο Δημήτριος Καμπούρογλου, ο Νικόλαος Γύζης, η Σοφία Βέμπο, η Κατίνα Παξινού, ο Δημήτριος Φιλιππότης, ο Αλέκος Σακελλάριος, ο Παύλος Σιδηρόπουλος, ο Νικόλας Άσιμος, η Κατερίνα Γώγου κ.α. Οι δύο τελευταίοι μάλιστα, όχι μόνο συνέδεσαν την καλλιτεχνική τους πορεία με τα Εξάρχεια, αλλά βρήκαν και το θάνατο εκεί αυτοκτονώντας. Μέχρι σήμερα, στην περιοχή διαμένουν μεταξύ άλλων και οι: Σταύρος Ξαρχάκος (συνθέτης), Χρήστος Μπουλώτης (αρχαιολόγος, παιδικός συγγραφέας) και Γιώργης Χριστοδούλου (τραγουδοποιός).

Τα Εξάρχεια είναι μια πολύχρωμη γειτονιά…

Οι ζωγραφισμένοι τοίχοι τους, που μοιάζουν σαν να σου μιλάνε, γεμάτοι ζωηρόχρωμα γκραφίτι κι επαναστατικά συνθήματα, σε συντροφεύουν καθώς περνάς μπροστά από τα θέατρα, τους υπαίθριους κινηματογράφους, τις πολυάριθμες μουσικές σκηνές, τα πολιτιστικά και πολιτικά στέκια, τα ατελιέ τέχνης, τους εκδοτικούς οίκους και τα βιβλιοπωλεία (συνολικά 340 περίπου στον αριθμό), τα δισκάδικα και τα ωδεία τους. Από τα τσιπουράδικα, τα καπηλειά και τα καφενεία παλιοί ρεμπέτικοι ρυθμοί, αναμεμειγμένοι με τα τσουγκρίσματα των ποτηριών και τα γέλια των θαμώνων, ερεθίζουν τους ακουστικούς σου πόρους. Όλα τα παραπάνω έχουν δημιουργήσει στο πέρασμα των χρόνων ένα σύνολο καλλιεργημένων, μουσόφιλων και βιβλιόφιλων ανθρώπων, ανήσυχων πνευματικά και με την έμφυτη τάση να αμφισβητούν ανοιχτά οποιοδήποτε ανελεύθερο ή αντιανθρώπινο μέτρο επιβάλλεται αυθαίρετα ως “θεόσταλτο” από την κρατική εξουσία.

Παράλληλα, εκφράζουν τις κοινωνικές, οικονομικές και περιβαλλοντολογικές ανησυχίες. Επειδή δε, όπως όλοι γνωρίζουμε, «το διάβασμα σκοτώνει τον φασισμό», τα Εξάρχεια είναι επίσης μια γειτονιά πολυπολιτισμική και πολυφυλετική, ανοιχτή σε κάθε διαφορετικότητα. Εδώ έχουν την έδρα τους διάφοροι μεταναστευτικοί φορείς και γίνονται, εθελοντικά, μαθήματα εκμάθησης της ελληνικής γλώσσας. Στα Εξάρχεια η καταγωγή σου, το χρώμα, το θρήσκευμα και οι σεξουαλικές σου προτιμήσεις δεν έχουν απολύτως καμία σημασία… Το μόνο που μετράει είναι να είσαι Άνθρωπος, με την αυθεντική έννοια του όρου, την οποία κοντεύουμε να ξεχάσουμε μια για πάντα μέσα στις σύγχρονες αστικές κοινωνίες που ζούμε…

exarcheia geitoniaExarcheia graffiti

2. Ιστορική Αναδρομή- Τοπωνυμικές Μελέτες.

Τα Εξάρχεια ωστόσο δεν παρουσίαζαν ανέκαθεν τον ζωηρό, κοσμοπολίτικο και πυκνοδομημένο χαρακτήρα που έχουν σήμερα. Δύο αιώνες νωρίτερα, στις αρχές του 19ου αιώνα, η εικόνα της ευρύτερης περιοχής ήταν τελείως διαφορετική… Στα τέλη της Τουρκοκρατίας ο χώρος των σημερινών Εξαρχείων ήταν ύπαιθρος, εκτός δηλαδή των ορίων του μικρού αρβανίτικου οικισμού που στεκόταν πάνω στα ερείπια της αρχαίας Αθήνας, κι έφερε το τοπωνύμιο «Πιθαράδικα», καθώς εκεί υπήρχαν εργαστήρια για την κατασκευή πιθαριών. Οι πιθαράδες προμηθεύονταν την απαραίτητη πρώτη ύλη για την εργασία τους από το λατομείο του γειτονικού λόφου που σήμερα ονομάζεται Στρέφη και τότε λεγόταν «Πινακωτά» (παραφθορά του τούρκ. Μπινεκντάσι, δηλ. πέτρα ή ψηλός βράχος). Πέραν του πηλού, από το ίδιο νταμάρι προέρχονταν οι οικοδομικοί λίθοι σχεδόν όλων των οικιών των φτωχών Αθηναίων εκείνης της περιόδου. Μετά την Απελευθέρωση, τον Ιούνιο του 1833, η Αντιβασιλεία εγκρίνει το πρώτο Νέο Σχέδιο Πόλεως, που είχαν συντάξει οι αρχιτέκτονες Eduard Schaubert και Σταμάτης Κλεάνθης. Ο λόφος του Στρέφη και τα Εξάρχεια μένουν εκτός του σχεδίου Αθηνών, με σύνορο την οδό Τζαβέλα.

Γύρω στα 1840 παρατηρείται η πρώτη οργανωμένη μορφή οικιστικής συγκρότησης, όταν εγκαθίστανται στην περιοχή μάστορες (οικοδόμοι και τεχνίτες), κυρίως από τις Κυκλάδες αλλά και από την Πελοπόννησο και την –τουρκοκρατούμενη ακόμα- Ήπειρο, οι οποίοι εργάστηκαν για την οικοδόμηση των βασιλικών ανακτόρων (σημ. Βουλή των Ελλήνων), του Οφθαλμιατρείου, του Πανεπιστημίου και των άλλων λαμπρών κτιρίων της Αθήνας. Ο νέος αυτός οικισμός εκτεινόταν κυρίως μεταξύ των οδών Θεμιστοκλέους και Ζωοδόχου Πηγής κι έλαβε αρχικά το όνομα «Προάστιο(ν)» καθώς βρισκόταν εκτός –προ- του περιορισμένου αστικού ιστού της τότε Αθήνας. Κεντρική του οδός ήταν η οδός Προαστίου, που αργότερα μετονομάστηκε σε Εμμανουήλ Μπενάκη.

Σχετικά με τη μορφή του Προαστίου περί τα μέσα του 19ου αιώνα, ο Κώστας Η. Μπίρης (2003) γράφει τα εξής:

«Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1840 το σχέδιο πόλης (των Αθηνών) ήταν πολύ περιορισμένο. Η σημερινή περιοχή π.χ. Ακαδημίας/ Ζωοδόχου Πηγής /Ανδρέα Μεταξά/ Θεμιστοκλέους ήταν εκτός σχεδίου και συγκροτούσε τον αυθαίρετο οικισμό του “Προαστίου”, τον οποίο είχαν σχηματίσει, αγοράζοντας φθηνά οικόπεδα οικοδόμοι μετανάστες από την Τήνο, την Άνδρο, τη Σκόπελο και την Κάρπαθο. Ο οικισμός αυτός διαμορφωνόταν με στενά δρομάκια, χαραγμένα χωρίς γεωμετρικούς κανόνες, πολλά από τα οποία διατηρούν τη χαρακτηριστική γραφικότητά και ακανονιστία τους έως σήμερα (Γραβιάς, Νικηταρά, Ζαλόγγου, κλπ.)». Οι νέοι έποικοι έδωσαν στις οδούς της εγκατάστασής τους ονόματα που θύμιζαν τον Αγώνα του 1821 και τους διάφορους τόπους καταγωγής τους: Τζαβέλα, Μαυρομιχάλη, Μεσολογγίου, Μάνης, Ναβαρίνου, Μεθώνης, Βαλτετσίου, Δερβενίων, Ζαλόγγου, Σουλίου, Νικηταρά, Γραβιάς, Μαυροκορδάτου, Α. Λόντου κ.ο.κ. Συμπεραίνουμε λοιπόν ότι, ήδη από τα πρώτα στάδια της οικιστικής τους συγκρότησης, τα Εξάρχεια διέθεταν τα χαρακτηριστικά μιας λαϊκής, εργατικής, προσφυγικής και φιλοεπαναστατικής συνοικίας.

 

Τα Εξάρχεια («Προάστιον») του 1882.
Τα Εξάρχεια («Προάστιον») του 1882.

Στα 1864/5 κατατίθεται νέο σχέδιο πόλεως, το οποίο στο βορειοανατολικό τμήμα του περιλαμβάνει «την περιοχή από το Πολ. Νοσοκομείο μέχρι τις οδούς Στουρνάρη, Αραχώβης, Ζωοδόχου Πηγής, Διδότου, Σίνα, Σκουφά, Πινδάρου, Αναγνωστοπούλου και την πλατεία Κολωνακίου». Παράλληλα, μέχρι το 1890, στην περιοχή εγκαθίστανται τα πρώτα πανεπιστημιακά ιδρύματα: To 1841 το Πανεπιστήμιο Αθηνών μεταφέρεται από την Πλάκα στο κεντρικό κτίριο της οδού Πανεπιστημίου (αρχιτέκτ. Χριστιανός Χάνσεν). Το 1873 ιδρύεται στην οδό Πατησίων το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο (αρχιτέκτ. Λύσανδρος Καυταντζόγλου) και το 1887 το Χημείο (αρχιτέκτ. Ερνέστο Τσίλλερ) και η Νομική στην οδό Σόλωνος. Πολύ αργότερα, το 1920, στην οδό Πατησίων θα εγκατασταθεί και το Οικονομικό Πανεπιστήμιο (ΑΣΟΕΕ). Η γειτνίαση με τα σπουδαία αυτά πανεπιστημιακά ιδρύματα, συνέβαλε καθοριστικά στην ανάπτυξη της περιοχής των Εξαρχείων, καθώς αφενός δημιούργησε έναν κεντρικό άξονα καθημερινής φοιτητικής παρουσίας, και αφετέρου οδήγησε στην ανάπτυξη ενός μεγάλου αριθμού παραπληρωματικών καταστημάτων (π.χ. γραφεία, βιβλιοπωλεία κ.α.). Όλα τα παραπάνω είχαν ως αποτέλεσμα την ταχύτατη ανάπτυξη της συνοικίας.

Στον χάρτη που εξέδωσε ο A. Kaupert το 1875 διαπιστώνεται ότι εκείνη την περίοδο το όριο της οικιστικής ανάπτυξης των Εξαρχείων (τότε ακόμα Προαστίου), ήταν η οδός Στουρνάρη. Μια τάση ανάπτυξης παρατηρείται επίσης ανάμεσα στον λόφο Στρέφη και τον Λυκαβηττό. Πρόκειται για τα πρώτα σπίτια του συνοικισμού της Νεάπολης (νέα πόλη), ο οποίος αρχικά θεωρούταν προέκταση του Κολωνακίου. Μετά το 1880 στα Εξάρχεια, και ιδίως στη Νεάπολη, εγκαθίστανται «ευκατάστατοι εξ Αιγύπτου, πυκνώνοντας τον ιστό» (Δ.Ν. Καρύδης, 2008: 55-56) και ουσιαστικά ενώνοντας τις δύο γειτονιές. Έτσι, η περιοχή των Εξαρχείων, με συνεχείς επεκτάσεις του αστικού σχεδίου έφτασαν στα βορειοανατολικά μέχρι την Λεωφόρο Αλεξάνδρας, η οποία διανοίχτηκε μεταξύ του 1876 και του 1878. Ως τις αρχές του επόμενου αιώνα, οι διάφορες γειτονιές της Αθήνας αποτυπώνουν με ξεκάθαρο τρόπο τις κοινωνικές και οικονομικές διακρίσεις, με τα Εξάρχεια να αποτελούν περιοχή εποικισμένη ως επί το πλείστον από φοιτητές και μέλη των μεσαίων αστικών στρωμάτων.

Την ραγδαία πληθυσμιακή και οικιστική ανάπτυξη της συνοικίας κατά το β΄ μισό του 19ου αιώνα έσπευσαν να εκμεταλλευτούν πολλοί έμποροι κι επιχειρηματίες, οι οποίοι έστησαν τα καταστήματά τους στην περιοχή.

Ανάμεσά τους ήταν και ο Βασίλειος Έξαρχος, έμπορος από το χωριό Πουρνιά κοντά στην Κόνιτσα της Ηπείρου, ο οποίος στις τελευταίες δεκαετίες πριν το 1900 άνοιξε στη συμβολή της οδού Θεμιστοκλέους με τη Σόλωνος ένα μεγάλο κατάστημα γενικού εμπορίου (παντοπωλείο). Η φήμη του εξαπλώθηκε γρήγορα στην αθηναϊκή κοινωνία, καθώς συνδύαζε υψηλή ποιότητα εμπορευμάτων με ασυναγώνιστες τιμές, ειδικά στο λάδι. Όλοι σχεδόν οι Αθηναίοι της εποχής επισκέπτονταν τον Έξαρχο για να αγοράσουν φθηνά και ποιοτικά προϊόντα. Έτσι προέκυψε το τοπωνύμιο Εξάρχεια, το οποίο σταδιακά αντικατέστησε το παλαιότερο Προάστιον, που είχε ήδη ατονήσει. Μετά τον θάνατό του, ο Βασίλειος, παραχώρησε σημαντικό μέρος της περιουσίας του ως κληροδότημα στην ιδιαίτερη πατρίδα του, τον Πουρνιά. Σε αντάλλαγμα οι συγχωριανοί του τον αναγνώρισαν ως ευεργέτη και ανήγειραν ορειχάλκινη προτομή του, η οποία στέκει ως σήμερα στην πλατεία του οικισμού.

Vasileios Eksarxos
Η ορειχάλκινη προτομή του Βασίλειου Έξαρχου στην πλατεία του χωριού του στην Ήπειρο (Πουρνιάς Κόνιτσας).

Νέα σημαντική πληθυσμιακή ενίσχυση θα δεχθούν τα Εξάρχεια και η γειτονική Νεάπολη από τους Μικρασιάτες και Πόντιους πρόσφυγες που έφθασαν μετά το 1922. Η έντονη αστικοποίηση, που προκάλεσε το προσφυγικό αυτό κύμα, αλλά και η εσωτερική μετανάστευση από την επαρχία προς τις μεγάλες πόλεις που κλιμακώνεται στις αρχές του 20ου αιώνα, θα μεταβάλουν μια για πάντα το τοπίο της Αττικής. Ένα διόλου ευκαταφρόνητο ποσοστό του καινούριου πληθυσμού ενσωματώνεται και πυκνώνει τον πληθυσμό των κεντρικών συνοικιών της πόλης όπως τα Εξάρχεια. Ως αποτέλεσμα, κατά το διάστημα 1919-1941 η συνοικία λαμβάνει τα περισσότερα από τα αστικά χαρακτηριστικά που φέρει μέχρι σήμερα. Την ίδια περίπου εποχή, καθιερώνεται το τοπωνύμιο «Πευκάκια» για την περιοχή πέριξ του ναού του αγίου Νικολάου, στον νότιο τομέα των Εξαρχείων (Νεάπολη). Η ονομασία οφείλεται στα πεύκα του μικρού άλσους που περιβάλλει τον ναό.

Την δεκαετία του 1920 ξεκινά η συστηματική δενδροφύτευση του λόφου Στρέφη, ο οποίος μέχρι τότε ονομαζόταν «Πινακωτά» ή «Αγχεσμός». Ο λόφος αναφέρεται ήδη από τον περιηγητή Παυσανία τον 2ο αιώνα μ.Χ., ο οποίος στο γεωγραφικό έργο του «Ελλάδος περιήγησις» σημειώνει ότι κοντά στην πόλη των Αθηνών υπάρχει χαμηλό ύψωμα, όπου βρισκόταν το άγαλμα του Διός «Αγχέσμου». Στο ίδιο σημείο μάλιστα υπήρχε και βωμός του θεού λαξευμένος στο βράχο. Στα νεώτερα χρόνια, στις πλαγιές του λόφου δημιουργήθηκε ένα μικρό λατομείο, το οποίο, ήδη από τα τέλη της βασιλείας του Όθωνα (περί το 1860), άνηκε στην ευκατάστατη οικογένεια Στρέφη λόγω της πατρικής οικίας που κατείχε δίπλα του. Με τον καιρό, η θέση υιοθέτησε το όνομα της ιδιοκτήτριας οικογένειας. Το τοπωνύμιο «Στρέφη» εμφανίζεται για πρώτη φορά στον χάρτη της Νεάπολης κατά την επίσημη διαίρεση του δήμου Αθηναίων το έτος 1908. Το έναυσμα για την δενδροφύτευση της τοποθεσίας ήρθε κάπως παράδοξα…

Μια μέρα η σύζυγος του αξιωματικού Στρέφη βρήκε τα ασπρόρουχα, που είχε απλώσει, κατακόκκινα από τη σκόνη και τη λάσπη των νταμαριών και -όπως ήταν αναμενόμενο- έβαλε τις φωνές στον άντρα της, καθώς τα λατομεία ήταν ιδιοκτησία της οικογένειάς του. Μην αντέχοντας άλλο την τρομερή γκρίνια της γυναίκας του, ο αξιωματικός, διέταξε ορισμένους στρατιώτες να πάρουν δέντρα από την Γεωπονική Σχολή και να τα φυτέψουν στο λατομείο, του οποίου η λειτουργία τερματίστηκε οριστικά. Αργότερα, ύστερα από την απαλλοτρίωση του λόφου από το ελληνικό Δημόσιο το 1914, η δενδροφύτευση της θέσης συνεχίστηκε (μέχρι το 1940), με αποτέλεσμα σήμερα ο λόφος Στρέφη να έχει διαμορφωθεί σε μια καταπράσινη γωνιά της Αθήνας. Η κατάλληλη αξιοποίηση του χώρου είχε ως αποτέλεσμα τη συγκέντρωση κόσμου στο λόφο από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 κι έπειτα. Μέχρι σήμερα στου Στρέφη οργανώνονται πάρτι, συναυλίες και θεατρικές εκδηλώσεις από διάφορες αυτοδιαχειριζόμενες ομάδες. Παράλληλα, ένα από τα βασικά συστατικά της καθημερινής ζωής των Εξαρχιωτών είναι η παρακολούθηση του τοπικού αθλητικού συλλόγου, «Αστέρα Εξαρχείων», το κλειστό γήπεδο μπάσκετ του οποίου βρίσκεται στους πρόποδες του λόφου.

3. Πολιτική Ιστορία: Η συμμετοχή των Εξαρχείων στις πολιτικές και κοινωνικές ζυμώσεις της νεότερης Ελλάδας.

Το ισχυρότερο πάντως διακριτικό στοιχείο της γειτονιάς των Εξαρχείων είναι πέρα από κάθε αμφιβολία η πολιτική ταυτότητά τους. Ήταν αναμενόμενο άλλωστε μια περιοχή με τόσο ανεπτυγμένο πολιτιστικό επίπεδο να εξελιχθεί σε καταφύγιο των διαφορετικών, των ατίθασων, των αντιδραστικών και των αγανακτισμένων της ελληνικής πρωτεύουσας. Τα Εξάρχεια έγιναν σταθερά και σε βάθος χρόνων θέατρο της εγχώριας πολιτικής ιστορίας, που συνδέθηκε αναπόσπαστα με την πολιτική εμπειρία της αριστεράς και των υποστηρικτών της, εξ ου και οι χαρακτηρισμοί «γκέτο», «άβατο», «κράτος αναρχικών» κ.ο.κ., που τους έχουν επανειλημμένα αποδοθεί από τα κρατικά ΜΜΕ και τις εκάστοτε δεξιές ή φιλοδεξιές κυβερνήσεις. Παρακάτω παραθέτουμε και εξετάζουμε τα σπουδαιότερα γεγονότα της πολιτικής ιστορίας των Εξαρχείων, από τα μέσα του 19ου αιώνα μέχρι τις μέρας μας…

  • Τα «Σκιαδικά» (10-11 Μαϊου 1859)

Η πρώτη επαναστατική κίνηση στην ευρύτερη περιοχή των σημερινών Εξαρχείων έλαβε χώρα πολύ πριν την καθιέρωση της ονομασίας και τη διαμόρφωση της συνοικίας όπως τη γνωρίζουμε σήμερα. Την εποχή εκείνη, στο χώρο όπου σήμερα εκτείνονται τα Εξάρχεια, αναπτύσσονταν δύο μικρές διακριτές μεταξύ τους γειτονιές, που έφεραν τα ονόματα Προάστιο και Νεάπολη. Την αφορμή για την έναρξη των εντάσεων έδωσε ο τότε υπουργός Εξωτερικών (επίσης ποιητής και λόγιος), κ. Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής (1809-1892), ο οποίος θέλοντας να στηρίξει την εγχώρια παραγωγή έναντι των εισαγωγών από το εξωτερικό, προέτρεπε τους Έλληνες να φορούν τα παραδοσιακά ψάθινα καπέλα από τη Σίφνο, τα καλούμενα «σκιάδια», αντί εκείνων που εισάγονταν από το τη δυτική Ευρώπη.

Θέλοντας να προωθήσει την πολιτική γραμμή του πατέρα του, ο γιος του, Κλέων Ρίζος Ραγκαβής (1842-1917), ξεκίνησε μαζί με την παρέα του να κυκλοφορεί στο Πεδίο του Άρεως φορώντας σκιάδια. Πολύ γρήγορα τα σκιάδια μετατράπηκαν σε σήμα κατατεθέν των «Γαριβαλδίνων», δηλαδή της αθηναϊκής προοδευτικής νεολαίας, που με αυτό τον τρόπο εκδήλωνε την αντίθεσή της στον Βαυαρό (και άρα φιλοδυτικό) βασιλέα Όθωνα. Στον αντίποδα των Γαριβαλδίνων βρισκόταν η καθεστωτική νεολαία, οι επονομαζόμενοι «Αυστριακοί», οι οποίοι φορούσαν ψηλά άσπρα καπέλα κατά τα πρότυπα των Γερμανών και Αυστριακών συγχρόνων τους. Την Κυριακή 10 Μαϊου του έτους 1859, ο Όθωνας και η Αμαλία παρευρίσκονταν σε μια τυπική εκδήλωση ρουτίνας στο Πεδίον του Άρεως… Έτσι πίστευαν τουλάχιστον όταν ξαφνικά, ενώ η στρατιωτική μπάντα έπαιζε προς τέρψη τους, έκαναν την εμφάνισή τους πολυάριθμες ομάδες νεαρών που φορούσαν τα περιώνυμα καπέλα από τη Σίφνο.

Οι εισαγωγείς καπέλων, σε συνεργασία με την παράταξη των Αυστριακών, αποσκοπώντας να διακωμωδήσουν και να καταστείλουν την επαναστατική αυτή κίνηση, έστειλαν δικούς τους ανθρώπους να εμφανιστούν φορώντας κουρελιασμένα σκιάδια με γαλανόλευκες κορδέλες (που παρέπεμπαν στην Ελλάδα). Όπως ήταν αναμενόμενο, δεν άργησε να δημιουργηθεί μεγάλη ένταση ανάμεσα στις δύο ομάδες, κι έτσι, όπως έγραψε η εφημερίδα «Αυγή» την επόμενη ημέρα: «…ο διευθυντής της αστυνομίας διέταξεν τους κλητήρας του να επιτεθούν κατά των μαθητών, εξ ών τινάς συνέλαβον δια να τους φυλακίσωσι».

Alexandros Rizos Ragkavis
Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής (1809-1892): Λόγιος, ποιητής, πεζογράφος, καθηγητής Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, πολιτικός και διπλωμάτης, από το Φανάρι της Κωνσταντινούπολης. Υπήρξε ένας από τους πρωταίτιους της εξέγερσης των «Σκιαδικών» στην Αθήνα το 1859.

Οι τρεις (3) φοιτητές που συνελήφθησαν μεταφέρθηκαν στο κοντινό αστυνομικό τμήμα της Νεάπολης.

Τότε οι ξυλοδαρμένοι Γαριβαλδίνοι ξεκίνησαν να πολιορκούν το αστυνομικό τμήμα απαιτώντας την άμεση αποφυλάκιση των συντρόφων τους. Δέχονται όμως νέα άγρια επίθεση από την αστυνομία και αναγκάζονται να υποχωρήσουν προς το κέντρο. Εκεί, στη διασταύρωση των οδών Ερμού και Αιόλου όπου το καφενείο «Η Ωραία Ελλάς», ανασυντάχθηκαν και «ανήλθον την οδό Ερμού …εις διαδήλωσιν κατά των ανακτόρων, επιζητούντες την απόλυσιν των συλληφθέντων και την παύσιν του διευθυντού της αστυνομίας Δημητριάδου» (Άλκης Ρήγος, «Αυγή», 2007). Με τα ίδια ακριβώς αιτήματα συνεχίστηκαν οι διαδηλώσεις και την επόμενη μέρα (11 Μαϊου 1859). Οι φοιτητές πλέον είχαν ενισχυθεί με μαθητές, ελεύθερους επαγγελματίες και πλήθος άλλου κόσμου: «όλαι αι τάξεις της κοινωνίας από του γερουσιαστού, κτηματίου και μεγαλεμπόρου μέχρι του τελευταίου χειρώνακτος» συμμετείχαν στις κινητοποιήσεις.

Ένα μεγάλο και ετερόκλητο πλήθος ανθρώπων, που υπολογίζεται ανάμεσα στις 4 και τις 10 χιλιάδες, συγκεντρώθηκε στα Προπύλαια και βάδισε προς το Υπουργείο Εσωτερικών, όπου υπέβαλε εκ νέου τα αιτήματά του στον τότε υπουργό, κ. Κωνσταντίνο Προβελέγγιο. Ωστόσο, ο υπουργός αρκέστηκε απλώς να δεσμευτεί ότι θα εξετάσει την υπόθεση, ενώ ένα ακόλουθο αίτημα των διαδηλωτών για ακρόαση από τον Όθωνα απορρίφθηκε με αποτέλεσμα η κατάσταση να οδηγηθεί στα άκρα. Οι συγκρούσεις που ξέσπασαν διήρκεσαν μέχρι αργά τη νύχτα, όταν τελικά οι διαδηλωτές, έπειτα και από παρέμβαση του θρυλικού αγωνιστή του 1821 Κωνσταντίνου Κανάρη, περιορίστηκαν στο χώρο των Προπυλαίων.

Σύντομα ωστόσο, η ένταση αναθερμαίνεται, με αποτέλεσμα να ακολουθήσει η πρώτη κατάληψη του Πανεπιστημίου στη νεώτερη Ελληνική Ιστορία από εκατό (100) περίπου φοιτητές. Θέλοντας να ξεμπερδεύουν με τους νεαρούς ταραξίες, ο στρατός και η χωροφυλακή εισβάλλουν χωρίς δεύτερη σκέψη στον πανεπιστημιακό χώρο πυροβολώντας προς κάθε κατεύθυνση. «Ακολουθούν συγκρούσεις σώμα με σώμα που αφήνουν βαριά τραυματισμένους δύο φοιτητές και καταλήγουν σε κατάληψη τμήματος του Πανεπιστημίου από τις δυνάμεις …της τάξης», γράφει ο Α. Ρήγος. Όπως ήταν φυσικό, η αυθαίρετη αυτή αιματηρή έφοδος των ενόπλων δυνάμεων εντός του Πανεπιστημίου κατακρίθηκε έντονα από τους πνευματικούς ανθρώπους, ακόμα κι εκείνης της συντηρητικής εποχής.

Μάλιστα, για πρώτη φορά τότε έχουμε στη χώρα μας αναφορά στο πανεπιστημιακό άσυλο, καθώς ο γερουσιαστής κ. Δημήτριος Χρηστίδης χαρακτηρίζει τη συγκεκριμένη ενέργεια του στρατού ως «πράξη κατά του ασύλου των επιστημών»: Το Πανεπιστήμιο, σχολιάζει, ως «ναός του πνεύματος», κρίνεται αναγκαίο να απολαμβάνει το προνόμιο του απαραβίαστου για όλους ανεξαιρέτως. «Αυτά τα σκηνώματα της παιδείας, ως και εκείνα της θρησκείας, εθεωρήθησαν πανταχού ιερά άσυλα, και ποτέ η ένοπλος δύναμις δεν συγχωρείται να εισβάλη εις αυτά διά να πολεμήση μάλιστα παιδάρια» (Κ. Λάππας).

Η κεντρική αγορά των Αθηνών κλείνει και πολύς κόσμος συγκεντρώνεται έξω απ’ το Πανεπιστήμιο εις ένδειξη συμπαράστασης.

Παράλληλα, η αστυνομία προχωρά σε συλλήψεις. Ενώ έτσι έχει η κατάσταση στους δρόμους της πρωτεύουσας, το Υπουργικό Συμβούλιο, υπό την προεδρία του πρωθυπουργού κ. Αθανάσιου Μιαούλη, μετά από πολύωρες συνεδριάσεις αποφασίζει τελικά να εκπληρώσει τα δύο κύρια αιτήματα των διαδηλωτών: να απομακρύνει τον αστυνομικό διευθυντή από τη θέση του και να απελευθερώσει τους τρεις συλληφθέντες φοιτητές του Πεδίου του Άρεως. Ταυτόχρονα όμως η κυβέρνηση οδηγεί σε δίκη τους συλληφθέντες από το Πανεπιστήμιο μαζί με άλλα άτομα κάθε κατηγορίας, συνολικά 38 στον αριθμό, ως πρωταίτιους και υποκινητές των «στασιαστικών ενεργειών».

Σαν να μην έφθανε αυτό, ο τότε Υπουργός Παιδείας, κ. Χ. Χριστόπουλος, κηρύσσει τη προσωρινή αναστολή της λειτουργίας του Πανεπιστημίου και την εγκατάσταση στρατιωτικής φρουράς στο εσωτερικό του! Το στρατιωτικό απόσπασμα αποχώρησε από τον χώρο μόλις στις 16 του Μάη. Έτσι τερματίστηκαν τα Σκιαδικά (1859), «η πρώτη δυναμική εκδήλωση του φοιτητικού κόσμου κατά των μεθόδων του καθεστώτος». Όπως παρατηρεί ο Α. Δημαράς, ήταν η πρώτη φορά στην Ελλάδα που ένα ευρύ κίνημα νεολαίας έκανε αισθητή την παρουσία του στα πολιτικά τεκταινόμενα, εμφανίζοντας τα χαρακτηριστικά εκείνα που αργότερα συναντάμε επανειλημμένα σε όλες τις φοιτητικές εξεγέρσεις μέχρι σήμερα.

  • Τα «Ευαγγελικά» ή «Ευαγγελιακά» (2-12 Νοεμβρίου 1901)

Ήταν στις 9 Σεπτέμβρη του 1901 όταν η αθηναϊκή εφημερίδα «Ακρόπολις» ξεκίνησε να δημοσιεύει το «Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο» σε νέα ελληνική (δημοτική) μετάφραση. Η αντίδραση των φοιτητών και των καθηγητών «τοῦ Ἀθήνησιν», ιδίως δε της Θεολογικής, της Φιλοσοφικής και της Ιατρικής Σχολής, υπήρξε άμεση…

Οι αρχές του 20ου αιώνα σημαδεύτηκαν από την δειλή εμφάνιση της μεσοαστικής τάξης στην ελληνική πρωτεύουσα, κατά τα πρότυπα των άλλων μεγάλων πόλεων της Ευρώπης, με μια συνεπακόλουθη ανάπτυξη του συνδικαλιστικού κινήματος. Ταυτόχρονα, το περίφημο «Γλωσσικό ζήτημα» ή γλωσσικός διχασμός, που αφορούσε την καθιέρωση μιας μετεξέλιξης της αρχαίας αττικής (καθαρεύουσα) ή της δημοτικής (λαϊκής) γλώσσας ως επίσημης γλώσσας του νέου Ελληνικού Κράτους, είχε διχάσει την κοινωνία σε αρχαϊστές και δημοτικιστές αντίστοιχα. Μέσα στα πλαίσια αυτής της αντιπαράθεσης, το 1901, ένας ομογενής λόγιος έμπορος βαμβακιού του Λονδίνου, ο συγγραφέας Αλέξανδρος Πάλλης, «ἀποδίδει εἰς τήν γνησίαν γλῶσσαν τοῦ ἑλληνικοῦ Λαοῦ» (δημοτική) το Ευαγγέλιο, δηλαδή τα τέσσερα βιβλία των Ευαγγελιστών της Καινής Διαθήκης. Το έργο έλαβε τον τίτλο «Η Νέα Διαθήκη κατά το Βατικανό Χειρόγραφο» και εκδόθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου με χρηματική χορηγία της βασίλισσας Όλγας.

Επρόκειτο για μια πολύ τολμηρή κίνηση για την εποχή, καθώς «εἰς τήν καθομιλουμένην ἑλληνικήν γλῶσσαν ἡ ἑλληνικὴ ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀπηγόρευσε πᾶσαν μετάφρασιν ἢ παράφρασιν τοῦ πρωτοτύπου ἑλληνικοῦ κειμένου τῆς Κ. Διαθήκης καὶ αὐτοῦ τοῦ ἑλληνικοῦ κειμένου τῆς Π. Διαθήκης» κατά τους τελευταίους αιώνες. Μάλιστα, Πατριαρχικές και Συνοδικές αποφάσεις των αρχών του 18ου αιώνα που βρίσκονταν ακόμα σε ισχύ, επέφεραν τις ποινές του αφορισμού και του αναθέματος σε οποιονδήποτε αγόραζε, κατείχε, διάβαζε ή μετέφραζε την Αγία Γραφή στην καθομιλουμένη. Ωστόσο, τον Σεπτέμβριο του 1901, ο ιδρυτής και διευθυντής της εφημερίδας «Ακρόπολις», κ. Βλάσης Γαβριηλίδης, όχι μόνο αναγνώρισε τη μεγάλη χρησιμότητα της μετάφρασης των ιερών κειμένων, αλλά αφιέρωσε και ειδική στήλη της εφημερίδας του για την αναδημοσίευσή τους σε συνέχειες υπό τον τίτλο «Το ἔργον τῆς Βασιλίσσης ἡ Ἀκρόπολις το συνεχίζει». Κατά την άποψη του προοδευτικού Γαβριηλίδη, ο οποίος είχε τη συγκατάθεση του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Προκοπίου Β΄ και του κοσμήτορα της Θεολογικής Σχολής Αθηνών Εμμανουήλ Ζολώτα, ήταν «θεάρεστον ἔργον» το Ευαγγέλιο να «γίνει ἀπολύτως ἀντιληπτόν» από κάθε Ορθόδοξο Έλληνα.

Όπως ήταν αναμενόμενο, η αντίδραση των γλωσσαμυντόρων, των υποστηρικτών δηλαδή της αρχαϊζουσας (καθαρεύουσας) γλώσσας, αλλά και της πλειοψηφίας των υψηλόβαθμων στελεχών της Εκκλησίας ήταν άμεση: Στις 17 Οκτωβρίου το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως με επίσημο έγγραφό του που απευθυνόταν στην Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος, χαρακτήρισε τη μεταγλώττιση «βέβηλη». Παράλληλα, οι αντίπαλες της Ακροπόλεως εφημερίδες «Εμπρός», «Καιροί» και «Σκριπ» χρωμάτιζαν με τα μελανότερα χρώματα τους δημοτικιστές –και κατ’ επέκταση τους αναγνώστες της «Ακρόπολις»- ως προδότες, άθεους και πράκτορες. Φανατικοί αντιδημοτικιστές ακαδημαϊκοί, όπως οι Μιστριώτης, Βάσης και Κόντος, ξεσηκώνουν τους φοιτητές τους, οι οποίοι αρχίζουν τις κινητοποιήσεις, ενώ σε επίσημη ανακοίνωσή τους σχετικά με το θέμα χαρακτηρίζουν τη μεταγλώττιση του Πάλλη ως «γελοιοποίηση των τιμαλφεστέρων του έθνους κειμηλίων».

Όπως μας πληροφορεί η εφημερίδα «Το Άστυ», το μεσημέρι της 2ας Νοεμβρίου του 1901, οι φοιτητές της Ιατρικής Σχολής «εἶχον συναθροισθῆ εἰς τὸ ἀμφιθέατρον τοῦ Πανεπιστημίου. Μετά μικράν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς μεταφράσεως τοῦ Εὐαγγελίου ἀπεφάσισαν ὅπως μεταβῶσιν εἰς τὴν δημοσιεύσασαν αὐτὴν ἐφημερίδα ἐν σώματι καὶ ζητήσουν τὴν διακοπὴν τῆς δημοσιεύσεως. Ἀλλὰ μετὰ νεωτέραν σύσκεψιν ἐθεώρησαν καλόν να ἑνωθῶσι καί μετά φοιτητῶν τῶν λοιπῶν σχολῶν καὶ ὅλοι ὁμοῦ νὰ προβοῦν εἰς διαμαρτυρίαν πρὸ τῶν γραφείων τῶν ἐφημερίδων ὅσαι ἔγραψαν ὑπὲρ τῆς μεταφράσεως τοῦ Εὐαγγελίου».

fyllo athinaikis efhmeridas Akropolis 1901
Φύλλο της αθηναϊκής εφημερίδας «Ακρόπολις» (1901) με απόσπασμα του Ευαγγελίου μεταφρασμένο στη νέα δημοτική ελληνική γλώσσα.

Τα πράγματα άρχισαν να ξεφεύγουν τελείως από τον έλεγχο των κρατικών αρχών, όταν πεντακόσιοι (500) περίπου φανατικοί φοιτητές δεν περιορίστηκαν στους αρχικούς στόχους της διαδήλωσης, αλλά εισέβαλαν στα γραφεία τύπου της Ακροπόλεως στην οδό Σταδίου, απείλησαν τους εργαζόμενους που βρήκαν εκεί πως «θα την πυρπολήσουν […] και διά βροντωδῶν φωνῶν ἄλλοι ἀπὸ τὰ παράθυρα ἄλλοι ἀπὸ τοὺς ἐξώστας τῶν γραφείων καὶ οἱ λοιποὶ ἀπὸ κάτω» έβριζαν τον Γαβριηλίδη, που απουσίαζε για λόγους ασφαλείας. Τελικά, οι φοιτητές αποσύρθηκαν όταν ο διευθυντής της Αστυνομίας Βούλτσος κατέφθασε στο σημείο και «τος διεβεβαίωσεν ὅτι δεν θα ἐπαναληφθῇ ἡ δημοσίευσις τῆς περί ἧς ὁ λόγος μεταφράσεως». Όπως αποδείχθηκε στη συνέχεια όμως, η διαβεβαίωση αυτή του αστυνομικού διευθυντή ήταν τελείως αυθαίρετη και παραπλανητική, διότι η «Ακρόπολις» συνέχισε τη δημοσίευση του μεταφρασμένου Ευαγγελίου αλλάζοντας απλώς τον τίτλο της στήλης σε «Νέα Διαθήκη».

Η εξέλιξη αυτή πυροδότησε νέο κύμα ακόμη πιο έντονων αντιδράσεων εκ μέρους της φοιτητικής νεολαίας, η οποία στις 3 Νοεμβρίου απηύθυνε έκκληση στον Οικουμενικό Πατριάρχη Ιωακείμ Γ΄ να αφορίσει τον Πάλλη και την επόμενη μέρα (4 Νοεμβρίου) ζήτησε από την Ιερά Σύνοδο «ἵνα ἐπιμεληθῇ τῆς ἀποπομπῆς τοῦ Ἀρχιεπισκόπου». Στριμωγμένος από τις έντονες και πολύπλευρες αντιδράσεις, ο Γαβριηλίδης, αναγκάστηκε τελικά να διακόψει τη δημοσίευση της εφημερίδας.

Το κλίμα ωστόσο δεν καταλάγιασε.

Αντιθέτως, φανατίστηκε ακόμη περισσότερο τις ακόλουθες ημέρες με την ενθάρρυνση και την υποκίνηση της αντιπολίτευσης του Θεόδωρου Δεληγιάννη, ο οποίος θέλησε να επωφεληθεί των κοινωνικών αναταραχών ώστε να εκπληρώσει τις πολιτικές του σκοπιμότητες. Έτσι, στις 5 και 6 Νοεμβρίου οι φοιτητές πραγματοποίησαν εκ νέου διαδηλώσεις στο κέντρο της Αθήνας, συγκρούστηκαν με τη Χωροφυλακή και λιθοβόλησαν τα γραφεία της Ακροπόλεως προκαλώντας σημαντικές υλικές φθορές. Μεγάλο συλλαλητήριο στις Στήλες του Ολυμπίου Διός στις 8 Νοεμβρίου, με κύριο αίτημα τον άμεσο αφορισμό των υπευθύνων της μετάφρασης, κατέληξε σε εκτεταμένες συγκρούσεις με τις αστυνομικές δυνάμεις στην ευρύτερη περιοχή των σύγχρονων Εξαρχείων και γύρω από το Πανεπιστήμιο Αθηνών, το οποίο καταλήφθηκε και παρέμεινε υπό κατάληψη μέχρι τις 12 του ίδιου μήνα.

Μια άλλη ομάδα φοιτητών, «ἐν ἐθνικῇ μέθῃ τελοῦντες», προσπάθησαν να μπουν στη Βουλή και να απαιτήσουν την παραίτηση της κυβέρνησης Θεοτόκη, ενώ άλλοι επιχείρησαν να καταλάβουν την έδρα της Αρχιεπισκοπής «διά να φρονηματίσουν» τον Αρχιεπίσκοπο. Τότε, η Χωροφυλακή «ἐδοκίμασε ἐπί κεφαλῶν (των διαδηλωτών) ἄμετρον βίαν», με αποτέλεσμα 8-11 νεκρούς, 70 τραυματίες και 22 συλληφθέντες. Από τους οκτώ (8) νεκρούς που έχουν επιβεβαιωθεί μέχρι σήμερα (Ι. Στεφανίδης, Ι. Διβάρης, Φ. Ρήγος, Α. Παπαναστασίου, Ε. Δράκος, Ε. Παπαντωνίου, Ν. Πάνστρας, Στράτος, άγνωστων λοιπών στοιχείων), οι τρεις (3) ήταν φοιτητές και οι πέντε (5) πολίτες.

: Συγκρούσεις μεταξύ πολιτών και δυνάμεων της Χωροφυλακής μπροστά από το Πανεπιστήμιο Αθηνών κατά τη διάρκεια της εξέγερσης των «Ευαγγελικών» ή «Ευαγγελιακών».
Συγκρούσεις μεταξύ πολιτών και δυνάμεων της Χωροφυλακής μπροστά από το Πανεπιστήμιο Αθηνών κατά τη διάρκεια της εξέγερσης των «Ευαγγελικών» ή «Ευαγγελιακών».

Υπό το βάρος των αιματηρών εξελίξεων, ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Προκόπιος Β΄ αναγκάστηκε να παραιτηθεί, κάτι το οποίο έπραξε στις 11 Νοεμβρίου και η «τρικουπική» κυβέρνηση του Γεωργίου Θεοτόκη, παρ’ ότι την προηγούμενη μέρα (10 Νοεμβρίου) είχε λάβει ψήφο εμπιστοσύνης και διέθετε την απόλυτη πλειοψηφία στη Βουλή. Νέο φοιτητικό συλλαλητήριο, που έλαβε χώρα στις 12 Δεκεμβρίου, εξελίχθηκε ειρηνικά, καθώς οι φοιτητές αρκέστηκαν στην καύση ενός αντιτύπου της μετάφρασης του Ευαγγελίου. Νέες ταραχές θα ξεσπάσουν τον Νοέμβριου του 1903 με αφορμή την απόδοση στην καθαρεύουσα του αρχαιοελληνικού κειμένου της «Ορέστειας» του Αισχύλου από τον Γεώργιο Σωτηριάδη. Οι κινητοποιήσεις αυτές ονομάστηκαν «Ορεστειακά» (1 ή 3 Νοεμβρίου 1903) και πρόσθεσαν έναν ή δύο ακόμη νεκρούς, καθώς και κάμποσους τραυματίες, στην αιματηρή διαμάχη του «Γλωσσικού ζητήματος». Ωστόσο οι εν λόγω διαδηλώσεις δεν έλαβαν χώρα στην περιοχή των Εξαρχείων, και ως εκ τούτου δεν θα προχωρήσουμε στην περαιτέρω ανάπτυξή τους, αφού ξεφεύγουν από το θεματικό αντικείμενο του παρόντος άρθρου μας.

  • Η συμβολή των Εξαρχείων στην Εθνική Αντίσταση (1941-1944)

Όπως σχολιάσαμε και πιο πάνω τα Εξάρχεια ήταν ανέκαθεν μία λαϊκή εργατική και προσφυγική συνοικία. Η αδιάσπαστη ταύτισή τους όμως με τον ιδεολογικό προσανατολισμό και τις τύχες της Αριστεράς έχει τις ρίζες της στα μαύρα χρόνια της γερμανικής Κατοχής (1941-1944). Μετά την πολύμηνη και επιτυχή αντίσταση των Ελλήνων στα βουνά της Ηπείρου και της Αλβανίας εναντίον των υπεράριθμων Ιταλών εισβολέων του Μουσολίνι, ο Αδόλφος Χίτλερ έκρινε αναγκαίο να ασχοληθεί προσωπικά με την υπόθεση. Έτσι, στις 6 Απριλίου του 1941, τα στρατεύματα της ναζιστικής Γερμανίας άρχισαν να διασχίζουν τα ελληνοβουλγαρικά σύνορα και να επιτίθονται στις ελληνικές προφυλακές κατά μήκος της «Γραμμής Μεταξά». Η υπεροπλία των Γερμανών έκαμψε σε σύντομο χρονικό διάστημα τις γενναίες προσπάθειες των Ελλήνων να αναχαιτίσουν την σφοδρή τους επίθεση. Στις 9 Απριλίου οι Γερμανοί καταλαμβάνουν τη Θεσσαλονίκη και στις 27 του ίδιου μήνα εισέρχονται στην Αθήνα.

Ο πρωθυπουργός της χώρας, Αλέξανδρος Γ. Κορυζής, αυτοκτονεί λίγο πριν την είσοδο των γερμανικών δυνάμεων στην πρωτεύουσα. Αντίθετα, ο βασιλιάς Γεώργιος Β΄ μαζί με τα υπόλοιπα υψηλόβαθμα στελέχη της κυβέρνησης αναχώρησαν εγκαίρως για την Κρήτη και αργότερα (μετά την κατάληψη του νησιού από τους Γερμανούς) για το Κάιρο της Αιγύπτου. Η σημαία με τον αγκυλωτό σταυρό της ναζιστικής Γερμανίας υψώνεται στον αιώνιο βράχο της Ακρόπολης. Ο ελληνικός λαός όμως δεν θα έμενε με σταυρωμένα τα χέρια απέναντι στο ναζιστικό Τέρας…

Το ημερολόγιο έγραφε 24 (ή κατά άλλους 27) Σεπτεμβρίου του 1941, όταν επτά (7) Έλληνες συναντιόνται με απόλυτη μυστικότητα σε ένα σπίτι της οδού Μαυρομιχάλη στα Εξάρχεια.

Όσο οι τρεις εξ αυτών κρατάνε τσίλιες στα γύρω στενά, οι υπόλοιποι συζητούν ανενόχλητοι μέσα στο οίκημα. Επρόκειτο για τους εκπροσώπους των τεσσάρων μεγάλων κομμάτων του κέντρου και της αριστεράς εκείνης της εποχής. Πιο συγκεκριμένα, στη μυστική σύσκεψη παρευρίσκονταν ο Ελευθέριος Αποστόλου του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας, ο Χρήστος Χωμενίδης του Σοσιαλιστικού Κόμματος Ελλάδας, ο Ηλίας Τσιριμώκος, εκπρόσωπος της Ένωσης Λαϊκής Δημοκρατίας, και ο Απόστολος Βογιατζής από το Αγροτικό Κόμμα Ελλάδας.

Ήταν η ιστορική εκείνη μέρα κατά την οποία ιδρύθηκε το Ε.Ε.Α.Μ. ή Ε.Α.Μ. (Εθνικό Εργατικό Απελευθερωτικό Μέτωπο), η μεγαλύτερη αντιστασιακή οργάνωση που έδρασε στην Ελλάδα κατά τα χρόνια της ναζιστικής Κατοχής, και εκδόθηκε το πρώτο του διάγγελμα προς τον εξαθλιωμένο ελληνικό λαό. Όσο η πολιτική ηγεσία της χώρας συνέχιζε δήθεν τον «αγώνα» ενάντια στους κατακτητές από την ασφάλεια της Αιγύπτου, οι λαϊκές μάζες επέλεγαν να αντισταθούν έμπρακτα στενό προς στενό, σπίτι προς σπίτι, βήμα προς βήμα. Ένας από τους πυρήνες του αντιστασιακού πνεύματος στην καρδιά της ελληνικής πρωτεύουσας ήταν η συνοικία των Εξαρχείων. Ίσως γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, για να κάμψουν το ηθικό των ηττημένων Ελλήνων, οι Γερμανοί κατακτητές επέλεξαν εκεί, στην οδό Μπουμπουλίνας, να στεγάσουν τα κεντρικά τους κρατητήρια, όπου τόσοι και τόσοι αγωνιστές φυλακίστηκαν, βασανίστηκαν απάνθρωπα και πέρασαν ένα σωρό μαρτύρια.

sinthima tou eam eksarxeia
Ένα από τα πρώτα συνθήματα του Ε.Α.Μ. σε τοίχο σπιτιού των Εξαρχείων το 1941.

Δεκαπέντε (15) περίπου μήνες αργότερα, στις 22 Δεκεμβρίου 1942, το Ε.Α.Μ. κάλεσε τον κόσμο σε γενική απεργία, εξαιτίας της φήμης ότι η κατοχική κυβέρνηση του «αρχιβλακός φον Λογκοτετόπουλου» είχε αποφασίσει την πολιτική επιστράτευση εργατών, τους οποίους θα έστελνε στα διάφορα μέτωπα που πολεμούσαν οι Γερμανοί ώστε να δουλέψουν για λογαριασμό τους. Χιλιάδες άνθρωποι διαφόρων κοινωνικών τάξεων και ηλικιών, ιδίως δε χειρώνακτες, φοιτητές, εργάτες, μαθητές και δημόσιοι υπάλληλοι, βγήκαν στους δρόμους κατευθυνόμενοι προς το Πολυτεχνείο, όπου είχε τότε την έδρα του το υπουργείο Εργασίας (συμβολή οδών Τοσίτσα και Μπουμπουλίνας). Η λαϊκή πορεία κατέληξε σε σκληρές συγκρούσεις σώμα με σώμα ανάμεσα στους διαδηλωτές και τους… άνδρες της Ειδικής Ασφάλειας (τα μετέπειτα Τάγματα Ασφαλείας). Όταν μάλιστα η κεφαλή της διαδήλωσης εμφανίστηκε στην οδό Μπουμπουλίνας, Ιταλοί φαντάροι άρχισαν να πυροβολούν προειδοποιητικά στον αέρα.

anakoinwsh EAM gia geniki apergia 22 Dekemvriou 1942
Η ανακοίνωση του Ε.Α.Μ. προς τον ελληνικό λαό για την γενική απεργία στις 22 Δεκεμβρίου του 1942 ενάντια στην πολιτική επιστράτευση εργατών που ήθελε να επιβάλει η κατοχική κυβέρνηση Λογοθετόπουλου.

Βλέποντας την έκρυθμη κατάσταση που επικρατούσε, ορισμένοι από τους διαδηλωτές που είχαν προωθηθεί επιχείρησαν να επιστρέψουν και να ανασυνταχθούν στην Μπουμπουλίνας.

Ανάμεσά τους βρισκόταν και ο φοιτητής Δημήτρης (Μήτσος) Κωνσταντινίδης, ο οποίος καθώς διέσχιζε με την παρέα του την οδό Ζαϊμη, καταπατήθηκε από τζιπ της Καραμπινιερίας (ιταλική αστυνομία) που έπεσε με δύναμη πάνω στους διαδηλωτές. Ο Κωνσταντινίδης ήταν ο πρώτος διαδηλωτής που έπεσε νεκρός στην κατεχόμενη Αθήνα. Λίγους μήνες αργότερα, στις 24 Φεβρουαρίου του 1943, στον κατάλογο θα προστεθεί και ο μαθητής του Ε΄ Γυμνασίου Εξαρχείων Γιάννης Δρακόπουλος, τον οποίο δολοφόνησαν εν ψυχρώ Ιταλοί καραμπινιέροι κατά τη διάρκεια διαδήλωσης ενάντια στην κυβερνητική απόφαση «περί υποχρεωτικής εργασίας του αστικού πληθυσμού της Ελλάδας» (το μέτρο αφορούσε όλους τους κατοίκους των πόλεων που ήταν μεταξύ 16 και 45 ετών). Ως απόρροια του θανάτου του, οι μαθητές έκαναν μαζική αποχή από τις αίθουσες διδασκαλίας τους.

Την ίδια μέρα σκοτώθηκε επίσης ο Διονύσης Δημακόπουλος και τουλάχιστον ένα ακόμα άτομο αγνώστων στοιχείων, ενώ 59 ακόμα άτομα τραυματίστηκαν σοβαρά όταν οι Ιταλοί καραμπινιέροι, που φρουρούσαν το υπουργείο Εργασίας, προσπαθώντας ανεπιτυχώς να αναχαιτίσουν το επιτιθέμενο πλήθος άνοιξαν πυρ επάνω στους διαδηλωτές. Όσοι από τους τελευταίους κατάφεραν να εισβάλουν στο Υπουργείο «ξεποδαριάζουν τα παράθυρα και σπάνε ντουλάπες, γραφεία, τζάμια […] Αδειάζουν τα αρχεία και συγκεντρώνουν χαρτιά και ξύλα στους διαδρόμους, τα σκορπούν στα γραφεία και βάζουν φωτιά». Στόχος τους: να καταστρέψουν τις ονοματικές καταστάσεις των εργαζομένων, με βάση τις οποίες οι κατοχικές αρχές θα επιστράτευαν πολίτες για εργασία στις βιομηχανίες της Γερμανίας και των άλλων χωρών του Άξονα.

EAM diadhlwsh 23 Dekemvriou 1943
Η οργανωμένη από το Ε.Α.Μ. διαδήλωση διαμαρτυρίας της 22ας Δεκεμβρίου του 1942, η πρώτη στην Αθήνα κατά τα χρόνια της Γερμανικής Κατοχής (1941-1944).

Οι κινητοποιήσεις γιγαντώθηκαν τις επόμενες μέρες, φτάνοντας στο αποκορύφωμά τους στις 5 Μαρτίου του 1943, ημέρα γενικής απεργίας στην πρωτεύουσα, που εξελίχθηκε στην μεγαλύτερη μέχρι τότε διαδήλωση που είχε λάβει χώρα στις κεντρικές οδούς της Αθήνα. Οι άοπλοι διαδηλωτές εισέβαλαν και πάλι στο υπουργείο Εργασίας πληρώνοντας το βαρύ τίμημα των τριών (3) ακόμα νεκρών κατά τις μάχες που προηγήθηκαν. Σε όλο αυτό το διάστημα τα στενά και οι δρόμοι  των Εξαρχείων αποτέλεσαν θέατρο συνεχών συγκρούσεων, αναδιοργάνωσης των ξεσηκωμένων, μαζικών κινητοποιήσεων και σκληρών οδομαχιών. Τελικά, στις 7 Μαρτίου του 1943, η έντονη λαϊκή αντίδραση υποχρέωσε την κυβέρνηση να παγώσει το διάταγμα περί των εργατικών επιστρατεύσεων, φαινόμενο μοναδικό σε ολόκληρη την κατεχόμενη Ευρώπη, και μάλιστα να δεσμευτεί επιπλέον ότι θα αυξήσει τους μισθούς.

Την ίδια μέρα ο δωσίλογος υπηρεσιακός πρωθυπουργός Λογοθετόπουλος αντικαταστάθηκε από τον Ιωάννη Ράλλη. Ο Λογοθετόπουλος, αποσκοπώντας να υποβαθμίσει τη σημασία των λαϊκών κινητοποιήσεων, έκανε λόγο για μια ολιγάριθμη ομάδα «αναρχικών», που παρέσυρε πολλούς πολίτες κι εργαζόμενους, προκαλώντας ανεπανόρθωτες υλικές και οικονομικές ζημιές στις αγορές, τα καταστήματα και τις κατοικίες της πρωτεύουσας, αποσκοπώντας στην τρομοκράτηση της νομοταγούς πλειοψηφίας του πληθυσμού. Μια περίλαμπρη νίκη του αντιστασιακού κινήματος της Αθήνας μόλις είχε συντελεστεί!

EAM gia Dimitri Kwnstantinidi
Έκκληση του Ε.Α.Μ. προς τον ελληνικό λαό να εκδικηθεί την δολοφονία του φοιτητή Δημήτριου Κωνσταντινίδη από τις κατοχικές δυνάμεις και τους συνεργάτες τους κατά τη διάρκεια της πορείας της 22ας Δεκεμβρίου 1942.

Η επόμενη μεγάλη λαϊκή κινητοποίηση που οργανώθηκε από το Ε.Α.Μ. ήταν εκείνη της 22ας Ιουλίου του 1943.

Μετά την παράδοση της Ελλάδας, το 1941, τα κατακτημένα εδάφη διαιρέθηκαν σε τρεις ζώνες ελέγχου, τη γερμανική, την ιταλική και τη βουλγαρική, με την επίβλεψη των οποίων είχε επιφορτιστεί η αντίστοιχη δύναμη του Άξονα (Γερμανία, Ιταλία, Βουλγαρία). Πιο αναλυτικά, η Γερμανία διατήρησε τον έλεγχο των πιο γεωστρατηγικών θέσεων, όπως η Αθήνα, η Θεσσαλονίκη, η Κεντρική Μακεδονία, η Κρήτη και ορισμένα νησιά του Αιγαίου, η Βουλγαρία προσάρτησε τα εδάφη της ανατολικής Μακεδονίας και της δυτικής Θράκης, τα οποία θεωρούσε ότι της άνηκαν δικαιωματικά, ενώ οι υπόλοιπες περιοχές της χώρας, που αντιστοιχούσαν περίπου στα 2/3 της συνολικής της έκτασης, πέρασαν στον έλεγχο της Ιταλίας (τα νησιά του Ιουνίου μάλιστα προσαρτήθηκαν στο Ιταλικό κράτος επίσημα).

Οι Γερμανοί και οι Ιταλοί επίτηδες αρχικά δεν παραχώρησαν στη Βουλγαρία περισσότερα εδάφη στη βόρεια Ελλάδα, αφενός διότι ήθελαν να αποφύγουν την περαιτέρω επέκταση και ισχυροποίησή της, και αφετέρου γιατί οι διεκδικήσεις των Βουλγάρων στην κεντρική και νότια Μακεδονία ήταν ανερμάτιστες και ενάντια στη βούληση του μακεδονικού λαού. Ωστόσο, στις αρχές Ιουλίου του 1943, οι Γερμανοί έχοντας άμεση προτεραιότητα να ενισχύσουν με έμψυχο δυναμικό τα πολύπλευρα πολεμικά τους μέτωπα, αποφάσισαν να αντικαταστήσουν τα δικά τους στρατεύματα κατοχής με βουλγαρικά φασιστικά στρατεύματα σε ολόκληρη τη Μακεδονία. Η εξέλιξη αυτή σχεδόν ισοδυναμούσε με την παραχώρηση ολόκληρης της βόρειας Ελλάδας στους Βουλγάρους.

Μόλις η εν λόγω απόφαση έγινε γνωστή στο λαό, ξεσηκώθηκε πανελλαδικό κίνημα αντιδράσεων. Στις 8 Ιουλίου η Κεντρική Επιτροπή του Ε.Α.Μ. έβγαλε διάγγελμα προς τον ελληνικό λαό, στο οποίο τον καλούσε σε «συναγερμό για τη σωτηρία του λαού της Μακεδονίας και της Θράκης από τα νύχια των αιμοβόρων εισβολέων…». Οι κινητοποιήσεις ξεκίνησαν από τη Μακεδονία και συγκεκριμένα στις 10 Ιουλίου στη Θεσσαλονίκη, για να ακολουθήσουν διαδηλώσεις στο Κιλκίς, την Έδεσσα, τη Βέροια, τα Γιαννιτσά, την Κοζάνη, τον Βόλο, την Καρδίτσα κ.ο.κ. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, κύριος υποκινητής των διαδηλώσεων ήταν το Ε.Α.Μ. Αποκορύφωμά τους δε ήταν η μεγαλειώδης πορεία του αθηναϊκού λαού στις 22 Ιουλίου του 1943, της μαζικότερης όλων των εποχών μέχρι τότε, στην οποία συμμετείχαν πάνω 100.000 άτομα.

Σημεία εκκίνησης των εκδηλώσεων της 22ας Ιουλίου ήταν οι πλατείες Εξαρχείων, Κολωνακίου, Ψυρρή, Μοναστηρακίου, Ομόνοιας, η Πλατεία Λαυρίου κ.α. Εκεί συγκεντρώθηκαν χιλιάδες διαδηλωτές κρατώντας σημαίες της Ελλάδας και του ΕΑΜ, πλακάτ και προκηρύξεις με συνθήματα όπως «Όχι επέκταση», «Έξω οι Βούλγαροι φασίστες από την ελληνική Μακεδονία-Θράκη», «Κάτω οι προδότες» κ.ο.κ. Στους κεντρικούς δρόμους της πόλης οι διαδηλωτές βρέθηκαν αντιμέτωποι με τους πάνοπλους Γερμανούς στρατιώτες, καθώς και τους άνδρες των Ταγμάτων Ασφαλείας και της Χωροφυλακής, οι οποίοι χωρίς να διστάσουν άνοιξαν πυρ εναντίον τους.

Την ίδια ώρα, τα γερμανικά τανκς προσπαθούσαν χωρίς επιτυχία να διασπάσουν τις άοπλες φάλαγγες των εξεγερμένων.

Συνολικά οι απώλειες που είχαν οι διαδηλωτές εκείνη τη μέρα κυμαίνονται ανάμεσα στους τριάντα (30) και εξήντα (60) νεκρούς, μεταξύ των οποίων οι ΕΠΟΝίτισσες Κούλα Λίλη και Παναγιώτα Σταθοπούλου, η -υφαντουργός στο επάγγελμα- Όλγα Μπακόλα, ο Κ. Δουκάκης, ο Μ. Καλοζύμης, η φοιτήτρια Αντωνιάδη, ο Θ. Τεριάκης, ο Θωμάς Χατζηθωμάς, ο Β. Στεφανιώτης και ο ανάπηρος ήρωας του ελληνοϊταλικού πολέμου Αντώνης Παπασταυράκης.

Λέγεται ότι η Παναγιώτα Σταθοπούλου σκοτώθηκε προσπαθώντας να συγκρατήσει με τα γυμνά της χέρια την προέλαση ενός γερμανικού τανκ, ενώ η Κούλα Λίλη –βλέποντας τον θάνατο της συντρόφου της- ανέβηκε στο τανκ και ξεκίνησε να χτυπάει με το τακούνι της τον οδηγό, ώσπου οι φασίστες την τουφέκισαν. Πέραν των παραπάνω, διακόσια (200) ακόμη άτομα τραυματίστηκαν, ενώ έγιναν πεντακόσιες (500) περίπου συλλήψεις. Από τους τελευταίους οι περισσότεροι καταδικάστηκαν με βαρύτατες ποινές.

Στις 30 Μαϊου του 1944, την καθιερωμένη ώρα του συσσιτίου των φοιτητών του Χημείου (οδός Σόλωνος), καταφθάνει μια ομάδα της ΕΠΟΝ (η νεανική οργάνωση του ΕΑΜ) και τους ενημερώνει με το «χωνί» για την «Συμφωνία του Λιβάνου», η οποία είχε υπογραφεί ορισμένες μέρες νωρίτερα ανάμεσα στην «ελεύθερη ελληνική κυβέρνηση της Αιγύπτου» και τις αντιστασιακές οργανώσεις (ΕΑΜ, ΕΔΕΣ, ΕΚΚΑ) που επιχειρούσαν στην Ελλάδα. Η προσέγγιση των ΕΠΟΝιτών ωστόσο έγινε αντιληπτή από ορισμένους «Χίτες» (μέλη της εθνικιστικής/αντικομμουνιστικής ομάδας «Χ») που επιτηρούσαν το συσσίτιο, οι οποίοι ειδοποίησαν αμέσως την κατοχική Αστυνομία. Στη σύγκρουση που ακολούθησε έπεσε νεκρός ο ΕΠΟΝίτης σπουδαστής, Φαίδωνας Αντωνόπουλος. Αυτή ήταν η προσφορά των Χιτών και των Ταγματασφαλιτών, των άμεσων δηλαδή πολιτικών προγόνων της Χρυσής Αυγής, προς την πατρίδα και το έθνος τους κατά τη διάρκεια της Κατοχής.

randevou sta gounaradika graffiti exarcheia 1
Γκραφίτι σε τοίχο των Εξαρχείων με την ιστορική φράση του ηγέτη του Ε.Λ.Α.Σ., Άρη Βελουχιώτη.
  • Τα «Δεκεμβριανά» (3 Δεκεμβρίου 1944- 5/6 Ιανουαρίου 1945).

Για το πώς η Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας, η οποία επέστρεψε από την Αίγυπτο μετά την αποχώρηση των γερμανικών δυνάμεων κατοχής από την Αθήνα, ξεπούλησε τους ήρωες που πολέμησαν για τη λευτεριά, την πατρίδα και τη λαϊκή κυριαρχία, για το πώς τους παραμέρισε μην επιτρέποντάς τους να εισέλθουν στην πρωτεύουσα (πλην ενός μικρός τμήματος του 34ου Συντάγματος του Ε.Λ.Α.Σ.) κατά την ύψωση της ελληνικής σημαίας στον βράχο της Ακρόπολης, για το πώς τους εξευτέλισε υποχρεώνοντας τους να παραδώσουν τα τιμημένα όπλα τους και αντί αυτών επέλεξε να χρησιμοποιήσει στον “εθνικό” της στρατό τους Ταγματασφαλίτες, τους δοσίλογους και τους συνεργάτες των Γερμανών, πολλά έχουν γραφτεί κατά καιρούς και ακόμα περισσότερα έχουν καλυφθεί εντέχνως από την Μεταπολίτευση.

Η ουσία είναι πως, για ακόμα μια φορά στην παγκόσμια Ιστορία, αυτοί που επικράτησαν δεν ήταν οι πραγματικοί αγωνιστές, αλλά οι βολεμένοι κι εκείνοι με τις ισχυρότερες διασυνδέσεις. Νέος πρωθυπουργός της χώρας ορκίστηκε ο –από καιρό φίλος των αποικιοκρατών Βρετανών- Γεώργιος Παπανδρέου, ο οποίος φυσικά ελάχιστα προβληματίστηκε από τα αιτήματα του συγκεντρωμένου πλήθους για «λαοκρατία», «τιμωρία των δοσίλογων» κλπ. κατά τη μεγαλειώδη ομιλία του στην Πλατεία Συντάγματος (18 Οκτωβρίου 1944). Για ακόμα μια φορά η λαϊκή αντίδραση υπήρξε δυναμική, καταλήγοντας στα περίφημα «Δεκεμβριανά» λίγους μήνες αργότερα…

Τόσο οι κυβερνητικές όσο και οι βρετανικές πηγές της εποχής επιβεβαιώνουν ότι, σε αντίθεση με άλλες χώρες της Ευρώπης όπου την απελευθέρωση από τις δυνάμεις του Άξονα ακολούθησαν μαζικές αντεκδικήσεις εναντίον των συνεργατών των Γερμανών, ο ΕΛΑΣ Αθηνών έδωσε εντολή να αποφευχθούν τα βίαια έκτροπα. Τις επόμενες ημέρες οι επικεφαλής της οργάνωσης παρέμειναν σε στάση αναμονής, παρ’ ότι διάφορες εθνικιστικές (πρώην συνεργάτες των Ναζί) οργανώσεις, βλέποντας ότι δεν τιμωρούνται από την ελληνική κυβέρνηση, ξεθάρρεψαν και άρχισαν να χτυπούν διαδηλώσεις του Ε.Α.Μ. προκαλώντας τους μάλιστα σοβαρές απώλειες. Σαν να μην έφτανε αυτό, στις αρχές Νοεμβρίου του 1944, απέδρασαν κατά ένα μυστηριώδη –σύμφωνα με τις Αρχές- τρόπο 720 δοσίλογοι και καταδότες από τις φυλακές Συγγρού όπου κρατούνταν.

Η επιφυλακτική -σχεδόν αδρανής- στάση που διατήρησε η ηγεσία του Ε.Α.Μ. απέναντι στις δυσοίωνες αυτές εξελίξεις, αλλά και οι αλλεπάλληλες υποχωρήσεις της ώστε να εξασφαλισθεί η εθνική ομοψυχία και να γίνει βιώσιμη η Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας, έχουν κατακριθεί έντονα από νεότερα μέλη της Αριστεράς, πρέπει όμως να εξεταστούν υπό το πρίσμα των τότε ιστορικών συνθηκών.

Άλλωστε, ακριβώς αυτή η συναίσθηση των επαναστατών εκείνης της εποχής, όπως και αργότερα της περιόδου της Χούντας, ότι πέραν των πολιτικών και κοινωνικών τους πεποιθήσεων άνηκαν σε ένα διακριτό σύνολο ανθρώπων με συγκεκριμένες ανάγκες, γεωγραφική εξάπλωση, ιστορικά βιώματα και προβλήματα που για την επίλυσή τους έπρεπε να ληφθούν υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, με λίγα λόγια η κατανόηση από μέρους τους ότι άνηκαν σε έναν λαό, σε ένα έθνος, η επιβίωση του οποίου ενίοτε προείχε έναντι των μικροκομματικών και παραταξιακών συμφερόντων, διαφαίνεται από κάθε έκφανση της επαναστατικής τους δράσης και αποτελεί κατά τη γνώμη μου θεμελιώδη παράγοντα της μαζικής λαϊκής στήριξης που γνώριζαν τα αριστερά κινήματα σε παλαιότερες εποχές, σε αντίθεση φυσικά με την γενικευμένη παρακμή της σημερινής Αριστεράς, η οποία αναζητά ουτοπικές πανανθρώπινες λύσεις.

Η σταγόνα πάντως που θα ξεχείλιζε το ποτήρι, δεν θα αργούσε να πέσει…

Στις 5 Νοεμβρίου ο Έλληνας πρωθυπουργός Γεώργιος Παπανδρέου, σε συμφωνία με τον Βρετανό στρατηγό Σκόμπι, ανακοίνωσε ότι οι αντιστασιακές οργανώσεις του Ε.Λ.Α.Σ. και του Ε.Δ.Ε.Σ. θα αποστρατευθούν μέχρι τις 10 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους, ενώ την 1η Δεκεμβρίου ακολούθησε τελεσίγραφο για γενικό αφοπλισμό των ανδρών τους. Το τελεσίγραφο μάλιστα συνοδευόταν και από σχετικό διάγγελμα που τόνιζε ότι, εάν οι αντάρτες δεν συμμορφώνονταν με τις διαταγές, θα λογίζονταν στο εξής ως προδότες και θα βρίσκονταν αντιμέτωποι με ολέθριες επιπτώσεις. Οι επίμονες προσπάθειες της ηγεσίας του Ε.Α.Μ. για επαναδιαπραγμάτευση των όρων της απόφασης απορρίφθηκαν. Ως συνέπεια, τα ελάχιστα στελέχη του Ε.Α.Μ. και του Κ.Κ.Ε. που είχαν αναλάβει Υπουργεία στη νεοσχηματισθείσα κυβέρνηση (Τσιριμώκος, Πορφυρογένης και Ζεβγός) παραιτήθηκαν στις 2 Δεκεμβρίου, ενώ λίγες μέρες αργότερα υπέβαλε την παραίτησή του και ο ΕΑΜίτης στρατηγός Πτολεμαίος Σαρρηγιάννης.

Την ίδια μέρα, οι κεφαλές του Ε.Α.Μ. ζήτησαν κι έλαβαν από την κυβέρνηση άδεια για τη διενέργεια συγκέντρωσης διαμαρτυρίας την Κυριακή 3 Δεκεμβρίου στην Πλατεία Συντάγματος και προκήρυξαν γενική απεργία για την επομένη (4 Δεκεμβρίου), εκδίδοντας παράλληλα διαταγή προς τα τμήματα της πολιτοφυλακής του Ε.Α.Μ. να μην παραδώσουν τον οπλισμό τους στην κυβερνητική Εθνοφυλακή.

diatagh stratigou skompi gia ton afoplismo tou eam
Ανατύπωση της διαταγής του Βρετανού Στρατηγού Σκόμπι για τον άμεσο αφοπλισμό όλων των εθελοντικών λαϊκών ένοπλων δυνάμεων (και του Ε.Λ.Α.Σ.) από την κυβερνητική εφημερίδα «Η Ελλάς» στις 6 Δεκεμβρίου 1944.

Μόλις η κυβέρνηση πληροφορήθηκε την τελευταία αυτή διαταγή που είχαν εκδώσει οι αρχηγοί του Ε.Α.Μ., το βράδυ της 2ας Δεκεμβρίου, άλλαξε την αρχική της απόφαση και απαγόρευσε το συλλαλητήριο που είχε προγραμματιστεί για την ερχόμενη μέρα. Παρ’ όλα αυτά, τα μέλη του Ε.Α.Μ., έχοντας μάθει να διαδηλώνουν ακόμα και κατά τη διάρκεια της σκληρής γερμανοϊταλικής κατοχής, κατέκλυσαν ειρηνικά το Σύνταγμα. Ίσως οι αγνότεροι από αυτούς να πίστευαν ακόμα ότι είχαν ελευθερωθεί… Μάταια όμως! Η μεγάλη διαδήλωση πνίγηκε στο αίμα, όταν ο αρχηγός της Αστυνομίας Αθηνών, Άγγελος Έβερτ, έδωσε εντολή στους άνδρες του να ανοίξουν πυρ εναντίον του συγκεντρωμένου πλήθους. Ο τραγικός απολογισμός ήταν 33 νεκροί και άνω των 140 τραυματιών.

Την επόμενη μέρα (4 Δεκεμβρίου), έλαβε χώρα η προγραμματισμένη γενική απεργία και τελέστηκε η κηδεία των νεκρών της προηγούμενης ημέρας. Η τελετή έγινε στη Μητρόπολη Αθηνών και κατόπιν η νεκρική πομπή κίνησε για το Σύνταγμα. Τρεις νέες μαυροφορεμένες γυναίκες στην κορυφή της πορείας κρατούσαν ένα πανό που έγραφε: «Όταν ο Λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα. ΕΑΜ».

Και αυτή η πορεία χτυπήθηκε με πυροβολισμούς, αυτή τη φορά από μέλη της αντικομμουνιστικής οργάνωσης «Χ» του Γεωργίου Γρίβα (οι γνωστοί και ως «Χίτες») και πρώην Ταγματασφαλίτες που είχαν στήσει καρτέρι μέσα σε ξενοδοχεία στην Ομόνοια. Σε αντίποινα, οι δυνάμεις του Ε.Λ.Α.Σ. επιτίθονται τα ξημερώματα της επόμενης μέρας (5 Δεκεμβρίου) στο σύνολο της Οργάνωσης Χ, που είχε τη βάση της στο Θησείο, και κάμπτουν την αντίστασή τους. Η γενίκευση των συγκρούσεων σε όλη σχεδόν την έκταση της ελληνικής πρωτεύουσας ήταν απλά θέμα λίγων ωρών. Επρόκειτο για την αρχή των «Δεκεμβριανών», της μοναδικής περίπτωσης κατά την οποία σημειώθηκαν τέτοιου μεγέθους πολεμικές συγκρούσεις μέσα στην Αθήνα από την ίδρυση του νέου Ελληνικού Κράτους (1830) μέχρι σήμερα, αλλά και της μόνης κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου όπου συγκρούστηκαν μεταξύ τους πρώην συμμαχικές δυνάμεις (ΕΑΜ/ΕΛΑΣ και Βρετανοί).

nekroi melh tou EAM 3 Dekemvri 1944
Νεκροί διαδηλωτές στη συγκέντρωση διαμαρτυρίας του Ε.Α.Μ. την 3η Δεκεμβρίου του 1944.
Dekemvriana
Οι τρεις μαυροφορεμένες νέες με το πανό στην κορυφή της πομπής του Ε.Α.Μ.-Ε.Λ.Α.Σ. μπροστά από τη Βουλή των Ελλήνων στο Σύνταγμα την 04/12/1944. Λίγες ώρες αργότερα θα ξεσπούσαν στην ελληνική πρωτεύουσα τα αιματηρά «Δεκεμβριανά».

Σκληρές και πολύνεκρες μάχες έλαβαν χώρα στα στενά και τους δρόμους των Εξαρχείων κατά τη διάρκεια των Δεκεμβριανών.

Στον τομέα αυτό δρούσε κυρίως το Ε.Λ.Α.Σ. σπουδάζουσας, έχοντας ως αρχηγείο και κέντρο των επιχειρήσεών του τον  λόφο του Στρέφη και τα γύρω κτίρια, ιδίως δε το σχολείο της οδού Μεθώνης. Απέναντί του ενεργούσαν κατά κύριο λόγο βρετανικές δυνάμεις, που είχαν οχυρωθεί στο Χημείο και το Κολωνάκι. Φονικές μάχες δόθηκαν ακόμα και μέσα σε πολυκατοικίες. Μέχρι και η «Μπλε πολυκατοικία» διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στις συγκρούσεις αφού οι Ελασίτες, μετά την κατάληψη του κτιρίου, εγκατέστησαν εκεί ένα από τα πολυβόλα τους.

Παράλληλα με την επίθεση του Ε.Λ.Α.Σ. στα γραφεία της οργάνωσης «Χ» στο Θησείο, άλλες ομάδες Ελασιτών είχαν καταλάβει μέχρι τις 6 Δεκέμβρη τα περισσότερα Αστυνομικά Τμήματα της πρωτεύουσας (Πατησίων, Κυψέλης, Κολωνού κ.ο.κ.), στα οποία υπηρετούσαν ως επί το πλείστον πρώην συνεργάτες των Γερμανών, καταδότες και Ταγματασφαλίτες. Στα πλαίσια αυτών των επιχειρήσεων, το Ε.Λ.Α.Σ. σπουδάζουσας (Εξαρχείων) επιτίθεται το απόγευμα της 5ης Δεκεμβρίου στο κτίριο της Γενικής Ασφάλειας Αθηνών (γωνία οδών Στουρνάρη και Πατησίων), έχοντας ως ορμητήριό του το Πολυτεχνείο, ενώ ενισχυτικά πυρά άλλων ΕΛΑΣίτικων λόχων από τα γειτονικά κτίρια κάλυπταν τις συνεχείς ορμητικές επιθέσεις του εναντίον των δυνάμεων της Αστυνομίας.

Η επέμβαση των βρετανικών τανκς, τα οποία εισήλθαν στο Πολυτεχνείο, αποδείχθηκε προσωρινά καθοριστική, καθώς ανάγκασε τον Λόχο Σπουδαστών να υποχωρήσει προς την πλατεία Εξαρχείων έχοντας υποστεί απώλειες. Εκεί ωστόσο, οι αντάρτες ανασύνταξαν τις δυνάμεις τους και εξαπέλυσαν νέες παθιασμένες εφόδους την επόμενη μέρα (6 Δεκεμβρίου), ώσπου τελικά πέτυχαν τον στόχο τους: το κτίριο της Γενικής Ασφάλειας ανατινάχθηκε! Ο Ε.Λ.Α.Σ. κατάφερε να πιάσει ορισμένους αιχμαλώτους, οι περισσότεροι ωστόσο φυγαδεύτηκαν εγκαίρως από τα βρετανικά άρματα.

Το Σάββατο, 30 Δεκεμβρίου του 1944, οι δυνάμεις του Ε.Λ.Α.Σ. με μια τολμηρή αιφνιδιαστική επίθεση καταλαμβάνουν την κλινική Σμπαρούνη στη συμβολή των οδών Χαριλάου Τρικούπη και Ναυαρίνου, η οποία προηγουμένως είχε οχυρωθεί από τους Άγγλους, και να ελέγξει προσωρινά τα γύρω οικοδομικά τετράγωνα. Βασική αποστολή της επιχείρησης αυτής ήταν η κατάληψη του Χημείου, μέσα στο οποίο βρίσκονταν οχυρωμένα και το υπεράσπιζαν μέλη της ομάδας «Χ». Τρεις μέρες αργότερα ωστόσο, στις 07:00 τα ξημερώματα της 2ας Ιανουαρίου 1945, εκδηλώνεται στην οδό Στουρνάρα γενική επίθεση του βρετανικού πεζικού ενισχυμένου με τανκς, η οποία με μεγάλη δυσκολία αρχίζει να καταβάλει την ηρωική αντίσταση των ολιγάριθμων τμημάτων του Ε.Λ.Α.Σ.

Οι μάχες γίνονται πλέον σπίτι προς σπίτι, οδόφραγμα προς οδόφραγμα, ακόμα και εντός των πολυώροφων κτιρίων όπου κάποια δωμάτια άνηκαν στη μία παράταξη και κάποια άλλα στην αντίπαλη. Ύστερα από σκληρές και πεισματώδεις μάχες, οι υπερασπιστές της κλινικής Σμπαρούνη αναγκάζονται να εγκαταλείψουν το κτίριο, ανοίγοντας τρύπες στις μεσοτοιχίες με τα διπλανά του. Πίσω τους αφήνουν τρεις (3) νεκρούς συντρόφους τους, ενώ ένας ακόμα ΕΛΑΣίτης (ο μετέπειτα μουσικός Ξενάκης Ιωάννης) τραυματίστηκε και φυγαδεύτηκε μυστικά ώστε να του παρασχεθούν οι πρώτες βοήθειες.

maxitis tou ELAS Dekemvriana
Μαχητής του ΕΛΑΣ σκοπεύει σε στενό του κέντρου της Αθήνας κατά τη διάρκεια των Δεκεμβριανών.

Η σφοδρή αγγλική επίθεση θα συνεχιστεί και την επόμενη μέρα, 3 του Γενάρη, γύρω από την πολυκατοικία που βρίσκεται στη γωνία της οδού Διδότου με τη Χαριλάου Τρικούπη.

Εκεί είχε καταφύγει ο κύριος όγκος των μαχητών του αποσπάσματος «Λόρδος Μπάιρον» (Ε.Λ.Α.Σ. σπουδάζουσας), αφού προηγουμένως είχαν καταφέρει να απεγκλωβιστούν από την πολυκατοικία στη συμβολή της Μαυρομιχάλη με τη Ναυαρίνου. Οι άγριες συγκρούσεις που ακολούθησαν είναι γνωστές στη βιβλιογραφία ως «μάχη της Διδότου» (2-3 Ιανουαρίου 1945). Mάλιστα, οι Βρετανοί εξαπολύουν συνεχείς βολές αρμάτων μάχης εναντίον του κτιρίου, ώσπου τελικά η πρόσοψή του καταρρέει και οι φοιτητές μένουν εκτεθειμένοι. Οι τελευταίοι καταφέρνουν εκ νέου να διαφύγουν προς την πλατεία, απ’ όπου την επόμενη μέρα ακολούθησαν την κατεύθυνση της γενικής υποχώρησης του Ε.Λ.Α.Σ.

Η τελευταία μεγάλη μάχη εντός των Αθηνών ολοκληρώνεται στις 4 Ιανουαρίου στο Γηροκομείο, μερικά χιλιόμετρα ΒΑ των Εξαρχείων, και στις 11 Ιανουαρίου υπογράφεται ανακωχή μεταξύ των δυνάμεων του Ε.Λ.Α.Σ. και των Βρετανών. Οι συνολικές απώλειες των Δεκεμβριανών ήταν 7.000 νεκροί μαχητές (230 Άγγλοι, 3.500 Κυβερνητικοί, 3.000 Ελασίτες) και άγνωστος –ίσως πολλαπλάσιος- αριθμός αμάχων. Τα παραπέρα γεγονότα, που αφορούν τη «Συμφωνία της Βάρκιζας» (12 Φεβρουαρίου 1945) και τις διάφορες παραβιάσεις των όρων της που οδήγησαν στον Ελληνικό Εμφύλιο (1946-1949), ξεφεύγουν από το θέμα της παρούσας εργασίας μας. Αυτό που αφορά την περιοχή των Εξαρχείων όμως, είναι ότι μετά τη Συμφωνία, το κτίριο της οδού Θεμιστοκλέους 7 (και Γαμβέτα) διαμορφώθηκε σε φυλακές γυναικών, όπου κλείστηκαν και βασανίστηκαν δεκάδες αγωνίστριες του Ε.Α.Μ. μέσα στα πλαίσια του πογκρόμ που εξαπέλυσε η αστική κυβέρνηση εναντίον του Κ.Κ.Ε.

Στις 30 Αυγούστου του 1949, επίσημη ημερομηνία λήξης του Εμφυλίου, το “ελεύθερο” πια Ελληνικό Κράτος, ύστερα από τη Γερμανική κατοχή και έχοντας υποστεί ανεπανόρθωτες έμψυχες, υλικές και κυρίως ηθικές ζημιές, επέστρεψε επιτέλους στον πρωταρχικό και θεμελιωδέστερο ρόλο της ίδιας της δημιουργίας και ύπαρξής του: ήταν ξανά ένας πιστός δορυφόρος και εγγυητής των συμφερόντων της παντοδύναμης Μεγάλης Βρετανίας, αλλά και φορέας του “πολιτισμένου” κοινωνικοοικονομικού μοντέλου του δυτικού κόσμου (καπιταλισμού) στην υποανάπτυκτη ανατολική Μεσόγειο. Την ίδια χρονιά, οι μεγάλες δυτικές δυνάμεις της εποχής (Μ. Βρετανία, Γαλλία, Η.Π.Α. κλπ.) ιδρύουν τη Βορειοατλαντική Συμμαχία (ΝΑΤΟ), στην οποία η Ελλάδα θα προσχωρήσει τρία χρόνια αργότερα (1952).

Τέλος Α’ Μέρους

Συνεχίζεται…