Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου: Η “μητέρα” του ελληνικού λαϊκού στίχου

eutixia-papagiannopoulou-h-mhtera-tou-ellinikou-laikou-stixou

Η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου (γεννημένη ως Ευτυχία Χατζηγεωργίου-Οικονόμου) υπήρξε η σημαντικότερη στιχουργός του Ελληνικού λαϊκού τραγουδιού. Πολύ μπροστά από την εποχή της, μια γυναίκα που αρνήθηκε να μπει σε καλούπια και να χωρέσει σε καθωσπρεπισμούς, έζησε την ζωή της όπως ήθελε η ίδια.

Μια προσωπικότητα ατίθαση και με επαναστατικό νου, που κατέρριψε το κατεστημένο του ανδρικού λαϊκού τραγουδιού, έζησε με τα πάθη της και θα την θυμόμαστε για πάντα, μέσα από τους στίχους της και τη ζωή της.

Η Ευτυχία γεννήθηκε στο Αϊδίνι της Μικράς Ασίας το 1893..

Άνετα μεγαλωμένη, της άρεσε να μιλάει με ρίμα, πήρε το δίπλωμα της δασκάλας στα 18 της, έγραφε ποίηση, λάτρευε το διάβασμα, ήταν όμως ατίθαση. Μετά τον θάνατο του πατέρα της, πουλούσε, χωρίς λόγο, ότι έβρισκε σπίτι: από τα κοσμήματα μέχρι το στασίδι της μητέρας της στην εκκλησία.

Παντρεύτηκε με προξενιό τον έμπορο και μεγαλύτερό της Κωστή Νικολαΐδη.

Η μητέρα της ήταν ευθύς στον γαμπρό: «Η Ευτυχία δεν έχει ιδέα ποια πόρτα οδηγεί προς την κουζίνα, αλλά ξέρει πολύ καλά ποια είναι η πόρτα που οδηγεί στη βιβλιοθήκη, και στην εξώπορτα». Απέκτησαν δύο κόρες, τη Μαίρη και την Καίτη, όμως η Ευτυχία δεν ήταν ερωτευμένη, γράφει η εγγονή της, Ρέα, κόρη της Μαίρης και του κωμικού Φραντζέσκου Μανέλη. Το 1919, όταν οι Τσέτες, άτακτοι Τούρκοι στρατιώτες, μπήκαν στο Αϊδίνι, «είδε να σφάζουν, να βιάζουν και να καίνε, κι αυτές τις εικόνες τις κουβαλούσε μια ζωή μέσα της».

Έζησαν τη γενοκτονία,τη Μικρασιατική καταστροφή, φρίκη και την προσφυγιά…

Με τα παιδιά και τη μητέρα της βρέθηκαν αιχμάλωτες. Αλλά αυτό ήταν ένα κεφάλαιο για το οποίο δεν ήθελε να μιλάει η οικογένεια. Με τον ερχομό της στον Πειραιά ξανάσμιξε με τον σύζυγό της, ωστόσο δεν άντεχε τον καθωσπρεπισμό. Το θέατρο είχε κρυφό καημό. Χώρισαν, αλλά ο Νικολαΐδης έθεσε όρους: «Αν θα φύγεις, θα πάρεις ένα από τα δύο παιδιά και δεν πρόκειται ποτέ να δεις το άλλο».

Διέμεινε στο πρώτο προσφυγικό συνοικισμό Χαλανδρίου και στα τριάντα πια, «σχετίστηκε» με τον ηθοποιό Νίκο Αλεξίου και μαζί του ανακάλυψε την περιπέτεια της καλλιτεχνίας, τα μπουλούκια, τον τζόγο, τη «σκληρή πόκα», «που ποτέ δεν έμαθε να παίζει καλά». Όταν χώρισε, κουρασμένη από τις ζήλιες του Αλεξίου, πήγε στην Κοτοπούλη.

Η Μαρίκα τη συμπάθησε, τη θεωρούσε μάλιστα γουρλού.

Στο μεταξύ, έβλεπε κρυφά και την άλλη κόρη της. Και εκεί γύρω στο 1928 ερωτεύθηκε τρελά τον μικρότερό της Γιώργο Παπαγιαννόπουλο, αστυφύλακα και λάτρη της λογοτεχνίας και της ποίησης, τακτικό επισκέπτη των βιβλιοπωλείων, όπως κι εκείνη. Παντρεύτηκαν αργότερα και έμειναν μαζί έως τον θάνατό του. Εκείνη «ήταν σπάταλη και χωρίς καμία λογική, εκείνος ήταν οικονόμος, λογικός και νοικοκύρης».

Τάξη δεν είχε ούτε στα γραπτά της.

Έγραφε σε πακέτα τσιγάρων, πίσω από λογαριασμούς και φωτογραφίες, κι όταν δεν είχε να ανάψει το τσιγάρο της, έπαιρνε το χαρτί όπου μόλις είχε γράψει στίχους και το άναβε από τη σόμπα.

Ξεκίνησε να γράφει στίχους το 1948 εξαναγκαζόμενη από το προσωπικό της πάθος (Χαρτοπαιξία), τροφοδοτώντας με αυτό τον τρόπο, έναντι ευτελούς οικονομικής αμοιβής, όλους τους επώνυμους συνθέτες της εποχής της με αριστουργηματικά τραγούδια…

Την Ευτυχία των αντιθέσεων εκμεταλλεύθηκαν πολλοί. «Από τη μια, πούλαγε τα τραγούδια της, κι από την άλλη, ήθελε, δίψαγε για καλλιτεχνική δικαίωση…» Στο τέλος της, ζήτησε από τους δικούς της να μην τα βάλουν με αυτούς που αγόραζαν τα τραγούδια της. «Με εκμεταλλεύτηκαν εν γνώσει μου. Εγώ, η τρελή, τους παρακάλαγα να τα αγοράσουν».

Από έρωτα και φόβο μην χάσει τον σύζυγό της, έγραψε το «Αντιλαλούνε τα βουνά».

Για τον θάνατο της κόρης της Μαίρης, το 1960, το «Δυο πόρτες έχει η ζωή» και το «Είμαι αητός χωρίς φτερά». Το λαϊκό «γράφεται πρώτα με την καρδιά και το συναίσθημα και ύστερα με τεχνική. Κι έτσι μόνο μας αναστατώνει, μας βάζει σε κίνηση, μας προβληματίζει», είπε σε συνέντευξή της το 1970. Στον Χιώτη έδωσε τα «Ηλιοβασιλέματα», «Πάρε το δάκρυ μου», «Περασμένες μου αγάπες».

Τα «Καβουράκια», που την πατρότητά τους διεκδίκησε ο Β. Τσιτσάνης, τα πούλησε –γράφει η εγγονή της– «για 150 δραχμές, χωρίς να έχει ανάγκη από τα λεφτά» και επικαλείται μαρτυρία της άλλης κόρης της Ευτυχίας, της Καίτης.

Λίγοι είναι αυτοί που της έδωσαν τα δικαιώματά της από τους στίχους της – φωτεινές εξαιρέσεις ο Απόστολος Καλδάρας και ο Μάνος Χατζιδάκις που πάντα της έδιναν τα δικαιώματά της.

Να αναφέρουμε χαρακτηριστικά ότι το «Δυο πόρτες έχει η ζωή», σε μουσική κι ερμηνεία Στέλιου Καζαντζίδη, το πούλησε έναντι 250 δραχμών. Ο λαϊκός βάρδος είχε παραδεχτεί αργότερα δημοσίως ότι οι στίχοι του τραγουδιού ανήκαν στην Ε. Παπαγιαννοπούλου. Δε συνέβη, όμως, το ίδιο με άλλους δημιουργούς.

Πολλοί οικειοποιήθηκαν ή άλλαξαν λίγο τους στίχους της, υποστηρίζοντας ότι ήταν δικοί τους, όμως όλοι γνώριζαν ότι τα πεντάστιχα κουπλέ ήταν δικά της. «Περασμένες μου αγάπες», «Ονειρο απατηλό», «Δυο πόρτες έχει η ζωή», «Μαντουμπάλα», αμέτρητες οι επιτυχίες. Και δύο ποιητικές συλλογές. «Ο Χιώτης δεν διέψευσε ποτέ τη γιαγιά, όταν διαλαλούσε πως τα τραγούδια τα είχε γράψει αυτή. Άσε που τον “άρμεγε” συστηματικά», γράφει η Ρέα. Η «πολυμήχανη» Ευτυχία αδιαφορούσε για τα δικαιώματα. «Και την Τράπεζα της Αγγλίας να είχα, εγώ θα τη χρεοκοπούσα», είχε πει. Πούλησε ακόμη και την επίσημη στολή παρέλασης του άνδρα της.

Κι όταν τα βράδια ο Γιώργος κοιμόταν νωρίς σε ξεχωριστή κρεβατοκάμαρα, επειδή εκείνη έγραφε έως αργά, η Ευτυχία έτρεχε για πόκα, από μια ξύλινη σκάλα που έβαζε στον τοίχο της αυλής, στο διπλανό σπίτι. Ώσπου αποκαλύφθηκε. Ένα άλλο βράδυ, έξω από το σπίτι της Βλαχοπούλου, φώναζε: «Ρένα, κατέβα να πληρώσεις το ταξί». Ανήσυχη, η ηθοποιός ρώτησε: «Τι έγινε, Ευτυχία;» Η απάντηση ήταν: «Ήρθα να μου δώσεις δανεικά»!

Η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου ήταν μια από τις σπουδαιότερες στιχουργούς.

Χάρη στο τρομακτικό ταλέντο της τροφοδότησε το ελληνικό λαϊκό τραγούδι με μεγάλο αριθμό εξαίρετων δημιουργιών, μερικές από τις οποίες θα παραμείνουν για πάντα άγνωστες, καθώς μόνο ένα μικρό μέρος αυτών που έγραψε είναι καταχωρημένο στο όνομά της. Η ίδια δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ για την αναγνώριση του έργου της και για την είσπραξη δικαιωμάτων, με αποτέλεσμα, παρά την επιτυχία των τραγουδιών της, να πεθάνει φτωχή.

Όταν η στιχουργός σε συνεντεύξεις της διεκδίκησε την πατρότητα των στίχων για τα «Καβουράκια», ο Βασίλης Τσιτσάνης βγήκε να τη διαψεύσει, αναφέροντας ότι ύστερα από παραγγελία του, του είχε πάει απλώς ένα προσχέδιο, το οποίο ο συνθέτης το άλλαξε… Πάντως, η ίδια δεν πρόλαβε να δει το όνομά της τυπωμένο δίπλα από τον τίτλο των τραγουδιών της.

Μοναδική μαστόρισσα που με τις «σταυροβελονιές» των στίχων της τραγουδήθηκε από χιλιάδες, ή καλύτερα εκατομμύρια κόσμου, η «γριά» που πουλούσε τα τραγούδια της για πενταροδεκάρες, υπήρξε μια πολυδιάστατη, μοναδική προσωπικότητα. Πρωτοπόρα για την εποχή της, έζησε τη ζωή με πάθος, έγραψε με πάθος, προσφέροντας στο λαϊκό μας πολιτισμό στίχους μοναδικούς, αθάνατους.

“Εγώ γράφω τραγούδια και τα πουλώ. Από κει και πέρα δεν ανακατεύομαι αν θα πιάσουν ή όχι, αν θα βγουν ή δε θα βγουν σε δίσκους. Μόλις τα παραδώσω, υπογράφω και μια δήλωση παραιτήσεως από διάφορα δικαιώματα, ας πούμε απαρνούμαι τα πνευματικά μου τέκνα…”, δήλωνε σε συνέντευξή της ( εφημερίδα Ακρόπολις ) το 1960

«Κάθησε. Μπορεί να είναι η τελευταία μου συνέντευξη και θέλω να τα πω όλα. Ξέρεις με τόσα σουξέ γιατί δεν αξιοποιήθηκα οικονομικώς; Γιατί μετά το θάνατο της κόρης μου το 1960, για να ξεχάσω στράφηκα στα χαρτιά. Ήταν η καταστροφή μου. Ξενύχτια, εμπνεύσεις, μόχθος, χάθηκαν πάνω στην πράσινη τσόχα. Όλα έγιναν καπνός».

– Το πρώτο της τραγούδι που μελοποιήθηκε από τον Τσιτσάνη είναι το “Για μια γυναίκα χάθηκα”, που γραμμοφωνήθηκε στις 15 Μαρτίου 1951, ενώ με παραγγελία του είχε γράψει τους στίχους για το γνωστό σε όλους πλέον τραγούδι “Τα καβουράκια” του οποίου την τελική διαμόρφωση των στίχων, όπως τους γνωρίζουμε σήμερα, είχε ο Τσιτσάνης

– Στίχους της συναντάμε σε μια πλειάδα λαϊκών επιτυχιών:

Πήρα τη στράτα κι έρχομαι, Αντιλαλούνε τα βουνά, σε μουσική Τσιτσάνη, Ηλιοβασιλέματα, Περασμένες μου αγάπες, σε μουσική Χιώτη, Δυο πόρτες έχει η ζωή, Φεύγω με πίκρα στα ξένα, που τραγούδησε ο Καζαντζίδης,Θα βρω μουρμούρη μπαγλαμά, Όνειρο απατηλό, σε μουσική Καλδάρα, Συρματοπλέγματα βαριά, σε μουσική Μπακάλη, Είμαι αϊτός χωρίς φτερά σε μουσική Χατζιδάκη, Πετραδάκι-πετραδάκι, Του ντερβίση το πιοτό και Τι να σου κάνει μια καρδιά, σε μουσική που έγραψε ο Αντώνης Κατινάρης και άλλα πάρα πολλά όμορφα τραγούδια.

Ήταν και κέρβερος.

Κάθε βράδυ περίμενε την εγγονή της έξω από το θέατρο, όταν η Ρέα έκανε το ντεμπούτο της, 14 ετών, στο «Περοκέ» το 1956, ως χορεύτρια. Χρόνια μετά, άρρωστη στο νοσοκομείο, καταβεβλημένη από τον θάνατο της κόρης της Μαίρης, κοίταζε συνέχεια την πόρτα, για την επίσκεψη του Λευτέρη Παπαδόπουλου και του Λουκιανού Κηλαηδόνη.

«Μια μέρα είπε θλιμμένα “κουράστηκα να ζω, θέλω να πεθάνω”, προσθέτοντας “και καλά, άντε πέθανα και πήγα στον παράδεισο κι έγινα αγγελάκι, κι άρχισα να πετώ από το ένα συννεφάκι στο άλλο… Άπαπαπα, τι ανία, καλύτερα να ζήσω”».

Η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου έφυγε από τη ζωή στις 7 Ιανουαρίου 1972 αλλά παραμένει ακόμα ζωντανή στις καρδιές μας και στην ψυχή μας,μέσα από τους στίχους της και το νόημα της ζωής,μέσα από τα τραγούδια της.

Πηγές: «Η γιαγιά μου η Ευτυχία» 2003 Ρέα Μανέλη (εκδόσεις Αγκυρα),Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου (Αρχείο ντοκιμαντέρ της ΕΡΤ),εφημερίδα Ακρόπολις 1960,εφημερίδα Ριζοσπάστης 2003 , Δημήτρης Τσακιλτζής (Σύνδεσμος Μικρασιατών Χαλανδρίου ‘ΡΙΖΕΣ’