«Ο Ιρλανδός»: Το αριστουργηματικό γκανγκστερικό ρέκβιεμ του Μάρτιν Σκορσέζε.

Ο ανοιχτός δρόμος απλώνεται στο βάθος και σε ένα μεγάλο, στιλάτο αυτοκίνητο δύο βλοσυροί ηλικιωμένοι με μαύρα γυαλιά κάθονται στις μπροστινές θέσεις. Το τιμόνι κρατάει αποφασιστικά ο Ρόμπερτ ντε Νίρο και δίπλα του, σκεπτικός, ο Τζο Πέσι. Μια εικόνα που θα μπορούσε να είναι βγαλμένη από τα «Καλά Παιδιά» ή το «Καζίνο», ειδικά αν ακούγονταν οι θλιμμένες μελωδίες του Μάντι Γουότερς από το ράδιο, είναι όμως το πλάνο που βάζει μπρος τον κινητήρα του «Ιρλανδού». Η ταινία που έμοιαζε γραφτό να γυρίσει ο Σκορσέζε δεν είναι μια ωδή στο κινηματογραφικό του παρελθόν ή ένα αναμάσημα των δοκιμασμένων ιδεών που τον έκαναν σπουδαίο.

Αντίθετα, αφού πέρασε από χίλια κύματα για να φτάσει έστω και πρόσκαιρα στις σκοτεινές αίθουσες, ο «Ιρλανδός» είναι ένα μεγαλειώδες φιλμ, που απογυμνώνει το αμερικανικό συλλογικό ασυνείδητο και τη βία με την οποία είναι ταυτισμένο, μέσα από μια άρτια, παθιασμένη σκηνοθεσία γεμάτη ανθρωπιά. Και όπως σε όλες τις ταινίες του Σκορσέζε, γινόμαστε μάρτυρες μιας ιλιγγιώδους πτώσης ηρώων οι οποίοι αρνούνται να συμβιβαστούν με το πεπρωμένο· γεννημένων για να χάσουν, αλλά ζώντας με στόχο να κερδίσουν, αγνοώντας το αναπόφευκτο μοιραίο τέλος τους.

Ο Σκορσέζε έχει υποστηρίξει πως δεν χρειάστηκε να διαβάσει τη δεύτερη σελίδα του βιβλίου για να πειστεί πως αυτή η ιστορία είναι μια φλέβα χρυσού. Ήδη η ζέση με την οποία μίλαγε ο Ντε Νίρο για τον Σίραν τον είχε συνεπάρει. Μιλάμε, εξάλλου, για μια ιστορία που εντάσσεται οργανικά στο βίαιο, άπληστο σύμπαν των αθυρόστομων σκορσεζικών κακοποιών, όπου το αμερικανικό όνειρο μετατρέπεται σε προσωπικό εφιάλτη. Ωστόσο, για να συνεργαστούν ξανά οι δύο άντρες, είκοσι και πλέον χρόνια μετά το «Καζίνο», θα έπρεπε όλα να γίνουν σωστά. Ο οσκαρικός σεναριογράφος Στίβεν Ζαΐλιαν («Η Λίστα του Σίντλερ») να διασκευάσει το βιβλίο, ο Τζο Πέσι να ενσαρκώσει τον αθόρυβα αμείλικτο Μπαφαλίνο και να βρεθεί ο ηθοποιός με αυτοπεποίθηση αντάξια του Χόφα για να τον υποδυθεί. Αυτή ήταν η ιδανική αφορμή να επιλεγεί για το ρόλο ο Αλ Πατσίνο, ο οποίος δίνει μια ερμηνεία κοφτερή σαν μαχαίρι στην παρθενική συνεργασία του με τον Σκορσέζε. Τα μεγάλα ονόματα, λοιπόν, ήταν εκεί, υπήρχε όμως ακόμη ένα ζήτημα.

Καθώς η ιστορία εξελίσσεται κατά τη διάρκεια πέντε δεκαετιών, ο σκηνοθέτης ήθελε οι ίδιοι ηθοποιοί να ενσαρκώνουν τους πρωταγωνιστικούς χαρακτήρες σε όλες τις ηλικίες, από τα 20κάτι μέχρι τα βαθιά γεράματα, όπως στην περίπτωση του Ντε Νίρο στο ρόλο του Σίραν. Για να συμβεί αυτό, χρειάζονταν υψηλής τεχνολογίας ειδικά εφέ ώστε η επεξεργασία να φαίνεται ρεαλιστική και οι ηθοποιοί στο γύρισμα να ερμηνεύουν ελεύθερα, δίχως τους τεχνικούς περιορισμούς που συνήθως είναι αναγκαίοι σε αυτές τις περιπτώσεις. Έτσι, το κόστος παραγωγής εκτοξεύτηκε στα 159 εκατομμύρια δολάρια, ενώ η διάρκεια του «Ιρλανδού» –με 209 λεπτά είναι η μεγαλύτερη στη φιλμογραφία του Σκορσέζε– «τρόμαξε» τα χολιγουντιανά στούντιο που αρνούνταν να πάρουν το ρίσκο της χρηματοδότησης του πρότζεκτ.

Αλλά και ο Σκορσέζε δεν φαινόταν διατεθειμένος να κάνει εκπτώσεις στο όραμά του. Και τότε ήρθε το Netflix. O streaming κολοσσός πρόσφερε την καλλιτεχνική ελευθερία και την οικονομική άνεση ώστε να ολοκληρωθεί ανεμπόδιστα ο «Ιρλανδός», με τίμημα τη συμμόρφωση στην πολιτική διανομών του, δηλαδή λίγες εβδομάδες προβολών στις μεγάλες οθόνες και έπειτα «πρεμιέρα» στην πλατφόρμα. The times they are a-changin’…

Σε τελική ανάλυση, πάντως, ο συμβιβασμός άξιζε τον κόπο και με το παραπάνω, καθώς ο «Ιρλανδός» αποτελεί την επιτομή του γκανγκστερικού σκορσεζικού έργου. Μέσα του συνυπάρχουν οι φερέλπιδες μικροκακοποιοί των «Κακόφημων Δρόμων», οι εξυπνάκηδες κομπιναδόροι των «Καλών Παιδιών» και οι ανήθικοι ήρωες του «Καζίνο». Μάλιστα, ο χαρακτήρας του Πέσι στον «Ιρλανδό» θα μπορούσε να είναι μια αισιόδοξη εκδοχή του «made man» που προδόθηκε στα «Καλά Παιδιά». Ενώ ίσως θυμάστε πως οι «Teamsters» χρηματοδοτούν το χαρακτήρα του Ντε Νίρο στο «Καζίνο» για να γίνει βασιλιάς του Λας Βέγκας, φυσικά με τις ευλογίες της μαφίας. Όλα λοιπόν συνδέονται στον «Ιρλανδό», όμως όπως γράφτηκε στην αρχή, ο Σκορσέζε δεν αναπολεί το παρελθόν και απορρίπτει οποιαδήποτε διάθεση ρομαντισμού, διότι εδώ απουσιάζει το πιο βασικό όλων: η ελπίδα.

Η ζωή του Σίραν εξελίσσεται σαν ένα βραδυφλεγές ρέκβιεμ. Πλάι στη γεμάτη ψυχή σκηνοθεσία, με τα φρενήρη μονοπλάνα και τους σπαρταριστούς διαλόγους, βρίσκεται η μελαγχολική μουσική του διαχρονικού συνεργάτη του σκηνοθέτη Ρόμπι Ρόμπερτσον, η οποία παίζει καθοριστικό ρόλο ώστε να ενταθεί ο ενδοσκοπικός τόνος της ταινίας. Ο ίδιος ο Σίραν, ένας working class hero που πασχίζει για αναγνώριση περισσότερο από τα πλούτη, γίνεται θεατής και συμμέτοχος ενός αμοραλιστικού σόου. Από τη μία ο λαοφιλής Χόφα δεν είναι παρά ένας εγωιστής δημαγωγός και, από την άλλη, ο Μπαφαλίνο θυσιάζει τα πάντα για το συμφέρον της οργάνωσής του. Εξ ου και το αίσθημα ματαιότητας που σταδιακά «βαραίνει» όλο και περισσότερο τα πλάνα του «Ιρλανδού», ενός αριστοτεχνικού φιλμ, το οποίο την ίδια στιγμή που παρασύρει με την εκρηκτικότητα και το απροσδόκητο χιούμορ του, συνθλίβει με το βάρος της μοναξιάς που αναδίδει. Διότι όταν όλα τα παιχνίδια είναι στημένα και η μία προδοσία διαδέχεται την άλλη, ποιος αντέχει να μείνει στο κόλπο μέχρι το τέλος;

Ο ανοιχτός δρόμος απλώνεται στο βάθος και σε ένα μεγάλο, στιλάτο αυτοκίνητο δύο βλοσυροί ηλικιωμένοι με μαύρα γυαλιά κάθονται στις μπροστινές θέσεις. Το τιμόνι κρατάει αποφασιστικά ο Ρόμπερτ ντε Νίρο και δίπλα του, σκεπτικός, ο Τζο Πέσι. Μια εικόνα που θα μπορούσε να είναι βγαλμένη από τα «Καλά Παιδιά» ή το «Καζίνο», ειδικά αν ακούγονταν οι θλιμμένες μελωδίες του Μάντι Γουότερς από το ράδιο, είναι όμως το πλάνο που βάζει μπρος τον κινητήρα του «Ιρλανδού». Η ταινία που έμοιαζε γραφτό να γυρίσει ο Σκορσέζε δεν είναι μια ωδή στο κινηματογραφικό του παρελθόν ή ένα αναμάσημα των δοκιμασμένων ιδεών που τον έκαναν σπουδαίο.

Αλιευμένο από www.athinorama.gr